Χίλιες φορές το ίδιο μακό…

header_vkpyc2

Σίγουρα θυμάστε εκείνο το παλιό τραγούδι που οι στίχοι του στο ρεφρέν έλεγαν «για κανέναν δεν σηκώνω τώρα πια το ακουστικό»;  («Με το ίδιο μακό» λέγεται, μην μας περάσουν και για ανίδεους) Ε, αυτό το τραγουδάκι, κάπου 27 χρόνια μετά έχει πρακτική εφαρμογή.

Θα αναρωτηθεί κανείς, πού και πώς βρίσκει εφαρμογή… Και βασική εφαρμογή βρίσκει στο πολύπαθο, διαπροσωπικό μας περιβάλλον.

Ο κόσμος τριγύρω έχει σαλτάρει πολύπλευρα. Άλλοι κλείνονται στα καβούκια τους, άλλοι βολεύονται στη σιγουριά τους κι ας είναι διπλά εγκλωβισμένοι σε καταστάσεις που είναι τόσο «εμφανισιακά», όσο και ουσιαστικά αδιέξοδες, άλλοι είναι ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κ@@@ος μας και γενικότερα η  έννοια του φυσιολογικού ανθρώπου, ανεξαρτήτως φύλου, είναι είδος υπό εξαφάνιση.

Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς βασιλεύει η βλακεία (ανίκητη, ανίκητη), το αδιέξοδο, το εφήμερο, το ψυχαναγκαστικό, η ανασφάλεια («έλα μωρέ πού να μπλέκω τώρα», «ωχ τώρα πάλι τα ίδια;» «Και πού να αρχίζω από την αρχή;» και άλλα τέτοια μοσχομυρωδάτα).  Το παρόν ισχύει σε πολλές εκφάνσεις της ζωής, πόσο μάλλον στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, είτε φιλικές, είτε από τις άλλες που μας κάνουν το βίο αβίωτο, με την καλή και την κακή -ενίοτε- έννοια.

Φυσικά, όλο αυτό που περιγράφω εξαρτάται και από τα κριτήρια του καθενός στο τι θεωρεί φυσιολογικό. Κάτι που για τον έναν είναι νορμάλ, για τον άλλον μπορεί να είναι καθ’ όλα απορριπτέο.

Ωστόσο, υπάρχουν κάποια στανταράκια που, ε, όπως και να ‘χει, τα λαμβάνεις υπόψη ως έναν γενικό κανόνα για να ξεκινήσεις από κάπου. Δεν μπορεί, πχ, να θεωρηθεί φυσιολογικός ένας που κυκλοφορεί στο Σύνταγμα, φορώντας το βρακί του στο κεφάλι. Αναμφιβόλως, κάπου έχει λασκάρει η βίδα. Αυτό, βεβαίως, είναι ένα κραυγαλέο παράδειγμα, αλλά πολλά έχουν δει τα μάτια μας, οπότε ποτέ μη λες ποτέ.

Η μεγαλύτερη μ#@$^&*, πάντως, είναι να έχεις εντοπίσει αυτό που λέμε ότι έχει το πακετάκι -όπως προαναφέρθηκε με τα προσωπικά κριτήρια του καθενός και στο πλαίσιο μίας άλφα κανονικότητας- και σου ταιριάζει γάντι. Όμως, έχεις να λογαριάσεις με έναν τρισμέγιστο καραγκιοζάκο: το timing. Ναι, φίλοι μου, αυτός ο άτιμος τζαναμπέτης που τα κάνει όλα ρόιδο.

Και τον λέω τζαναμπέτη και καραγκιοζάκο, γιατί ως επί το πλείστον είναι… λάθος! Σε συνδυασμό και με τις άλλες τιτανοτεράστιες επιλογές που περιγράφηκαν παραπάνω, «κλάφτα Χαράλαμπε». Φτάνεις στο σημείο να προτιμάς να μείνεις μονάχος στο παρόν σου και να μην σηκώσεις για κανέναν το ακουστικό… Δεν λέει. Κι αν είναι να σκάσεις στα γέλια από την περίσσεια χαζομάρα του διπλανού σου, κάτι πάει κι έρχεται, αν φας φόλα… Μη σου τύχει.

Οπότε καλύτερα φόρα το ίδιο μακό και περιπάτει…

Μια και το μολογήσαμε ας θυμηθούμε και το τραγουδάκι!

 

Advertisements

Μαστιγιές από σιωπές και λόγια…

 

art-1838374_960_720

Είναι κάποιες φορές να απορείς με τον ίδιο σου τον εαυτό. Φέρεσαι μαλακωδέστατα για να ικανοποιήσεις τον εγωισμό σου. Νιώθεις -δικαίως ή αδίκως- πληγωμένος κι αυτός ο εγωισμός είναι που σε κάνει να πληγώσεις εσύ με τη σειρά σου για να πάρεις το αίμα σου πίσω.

Χτυπάς πιο βίαια από όσο σε χτύπησαν. Με το σαρκαστικό μειδίαμα ενός σαδιστή, ενός ανηλεούς βασανιστή αποζητάς να προκαλέσεις τον μεγαλύτερο πόνο. Κι αυτός επιτυγχάνεται με δύο μαστίγια: των λέξεων και της σιωπής. Το ένα πιο σκληρό από το άλλο. Και τα δύο ξεσκίζουν ξεσκίζουν σάρκες με μανία.

Πρώτα βγάζεις το μαστίγιο των λέξεων. Οι ουρές του γεμάτες καρφιά που μπήγονται στο δέρμα και του νου και της καρδιάς. Ο πόνος αφόρητος. Τίποτα δεν μπορεί να τον απαλύνει. Η κάθε λέξη ένα καρφί κι αυτή που ακολουθεί το αλάτι στην πληγή που σε κάνει να τινάζεσαι στον αέρα. Τα μάτια δακρύζουν ανεξέλεγκτα. Ακόμη κι αν σφίξεις τα δόντια για να αντέξεις, αυτά αυθόρμητα «τρέχουν» ποτάμι. Αίμα και δάκρυ.

Κι ύστερα η σιωπή. Το δεύτερο μαστίγιο, το δεύτερο μαρτύριο. Μοιάζει με λύτρωση, αλλά δεν είναι. Το δικό της μαστίγιο, ακόμη και αν δεν έχει καρφιά, έχει αγκάθια, που βρίσκουν χώρο να χωθούν στις ήδη ανοιχτές πληγές. Κυρίως, του μυαλού. Είναι αυτή που τρελαίνει,  φέρνει σε δίνη, η ψυχεδέλεια, ο ίλιγγος αυτός, με τον συνεχόμενο, συριστικό ήχο που σε πετάει στη χαράδρα της παράνοιας και ικετεύεις να σταματήσει.

Όταν πια σταματήσει, έχει αφήσει τον έναν με τα χέρια ματωμένα και τον άλλον, σημαδεμένο, εξαντλημένο, μισολιπόθυμο, αν όχι νεκρό.

Κι αμφότεροι γνωρίζουν ότι νικητής δεν υπάρχει….

Ξημέρωμα 23ης Απριλίου… τότε

1

Είχε ξημερώσει 23 Απριλίου. Φαινομενικά μία μέρα ηλιόλουστη, καθώς ήδη είχε αρχίσει να πιάνει ζέστη. Άντε να είχε λίγο παραπάνω αεράκι για να θυμίζει ότι δεν είχε περάσει η άνοιξη.

Στις 7.30 το πρωί είχε ακόμη ψύχρα κι ένα ζακετάκι ήταν ό,τι έπρεπε για να νιώθεις καλά. Όσο να πεις, ένα τρέμουλο υπήρχε, κακά τα ψέματα.

Ένα πρωινό που δεν έμοιαζε με όλα τα υπόλοιπα, το πλέον βέβαιο.  Ήταν το πρωινό της  περισυλλογής του μονομάχου, λίγο πριν βγει στην αρένα να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του.  Η ώρα της προετοιμασίας, της αυτοσυγκέντρωσης, της προσευχής ενίοτε, καθώς ένας μονομάχος γνωρίζει ότι ανά πάσα στιγμή ο αντίπαλός του μπορεί να τον νικήσει, μπήγοντάς του το σπαθί κατάστηθα. Όμως, η βασική αρχή του καλού πολεμιστή είναι να μην λιγοψυχεί.

Ήταν το πρωινό της απόλυτης μοναξιάς και συνάμα της απόλυτης δύναμης. Ο χώρος ψυχρός και άχρωμος. Μόνο ένα ρολόι υπήρχε να προδίδει τη ζωή, καθώς κινούνταν ο δείκτης του δευτερολέπτου. Μετά από λίγο χάθηκε κι αυτός. Έπεσε σκοτάδι και ησυχία, σαν να σταμάτησε ο χρόνος.

Δεν είχε σταματήσει, όμως,  Το ρολόι εμφανίστηκε ξανά στον τοίχο και ο δείκτης κινούνταν ξανά από δεξιά προς τα αριστερά στο γνωστό τέμπο. Τακ… τακ… τακ… Είχε περάσει μισή ώρα με σαράντα λεπτά.

Ο χώρος δεν ήταν ο ίδιος. Και προ παντός όχι άδειος. Υπήρχαν παντού πρόσωπα, πολλά και διάφορα. Πρόσωπα μουδιασμένα, άλλα χαμογελαστά, άλλα με αποτυπωμένη την αγωνία πάνω τους και άλλα με τη θλίψη. Κοιτάς γύρω γύρω και προσπαθείς να καταλάβεις ποιο από αυτά είναι το δικό σου, σε ποιους ανήκεις.

Η θολούρα της μάχης κάνει το μυαλό να δυσκολευτεί για λίγο. Σίγουρα ανήκεις στους μουδιασμένους μέχρι να ξεκαθαρίσει η εικόνα μπροστά σου. Ίσως να χρειάστηκε και λίγη βοήθεια. Όχι πολύ, δυο – τρεις κουβέντες.

Εν τέλει, είναι ακόμη πρωί 23ης Απριλίου, έχει ήλιο κι αεράκι. Ανήκεις στους χαμογελαστούς…

 

 

 

 

 

Μια απόφαση χρειάζεσαι…

1_S-foGi20Rx0y_yABkZFLlQ

Κάποιος, κάπου κάποτε, σε μία δύσκολη φάση ζωής, μού είχε δώσει την καλύτερη συμβουλή που θα μπορούσαν να μου έχουν δώσει ποτέ, λέγοντάς μου μόνο έναν στίχο: «Μια απόφαση χρειάζεσαι και μην πολυπαραμυθιάζεσαι». Καθόλου τυχαίο, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο στίχος ανήκει στον μεγάλο Άσιμο.

Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα είναι πώς παίρνεις την όποια απόφαση. Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη, παρά μόνο δύο-τρία σημαδάκια που θα σε κάνουν να ξανασκεφτείς, είτε να μείνεις, είτε να φύγεις, από την όποια κατάσταση σε έχει φέρει σε δίλημμα. Και τα διλήμματα είναι χαμένος χρόνος. Δεν χρειάζεται να διϋλίζεις τον κώνωπα. Ένα κι ένα ίσον δύο. Απλά μαθηματικά.

Όταν τα σημάδια σου λένε να μείνεις, ακόμη κι αν η  κατάσταση θέλει προσπάθεια, μένεις. Μένεις να αγωνιστείς για αυτό που θέλεις να κατακτήσεις, αυτό που αγαπάς, ό,τι κι αν είναι. Να δώσεις ψυχή, σώμα, να φτύσεις αίμα.

Μην φοβάσαι να τραυματιστείς, Αλλιώς δεν έχει νόημα η μάχη. Οι πληγές πάντα επουλώνονται, έστω κι αν μείνουν ουλές. Κι εκείνες έχουν τη σημασία τους. Τη σημασία του να μας θυμίζουν γιατί πολεμήσαμε, ακόμη και αν η μάχη τελικά χαθεί.

Όταν, όμως, οι πινακίδες στο δρόμο που βαδίζεις σου δείχνουν αδιέξοδο, γνωρίζεις ότι θα βρεις τοίχο. Στην καλύτερη να βρεις την αυλή ενός σπιτιού. Αλλά θα μπεις στο σπίτι ενός αγνώστου; Όχι! Αν παραβλέψεις τις πινακίδες και φτάσεις στο αδιέξοδο, αναγκαστικά παίρνεις στροφή και φεύγεις. Δεν είναι λιποταξία, είναι θάρρος να αποφύγεις να χτυπήσεις στα τούβλα. Αναλογίζεσαι γιατί έκανες όλο αυτόν τον δρόμο, ενώ οι ταμπέλες «ούρλιαζαν».

Η μόνη απάντηση είναι ότι οι άτιμες αυτές πινακίδες, «εμφανίζονται» μερικά μέτρα πριν φτάσεις στο αδιέξοδο, μερικά μέτρα πριν τον τοίχο. Εάν σ’ αυτό μπορεί να βρει κανείς μία ρανίδα θετικής πλευράς είναι να ζωγραφίσεις πάνω στον γκρίζο τοίχο ή να τον βάψεις, αν είναι βρόμικος. Και μόλις τελειώσεις, φεύγεις.

Δεν υπάρχει άλλη λύση, καθώς δεν υπάρχει δρόμος που να περνά μέσα από τον τοίχο. Αυτά γίνονται μόνο στα παραμύθια με τις νεράιδες και τα ξωτικά. Πρέπει να πάρεις την απόφαση ότι δεν υπάρχει και άλλος χώρος να ζωγραφίσεις. Το αποφασίζεις. Ρίχνεις μια ματιά σε ό,τι όμορφο άφησες πάνω του και φεύγεις.

Με μία στροφή…

Γιατί πήρα τη «Μορφή του Νερού»

the-shape-of-water-5a6b8784e65ad.jpg

Θεωρούμαι από αυτά τα στριμμένα όντα που δεν βλέπουν μία ταινία, επειδή είναι υποψήφιες για πολλά Όσκαρ ή έχουν αντίστοιχα κερδίσει πολλά ή επειδή έχει γίνει ντόρος και κακός χαμός γύρω από το όνομά τους. Ποτέ δεν μου άρεσε να πηγαίνω με το ρεύμα, οπότε δεν υπάρχει λόγος να το κάνω και τώρα στα τριανταφεύγα μου.

Η ιστορία μου έχει να θυμάται αρκετά σνομπαρίσματα σε οσκαρικά αριστουργήματα, που με έκαναν να κοιμηθώ, όπως ο Άγγλος Ασθενής ή να γελάω ακατάπαυστα και νευρικά -σε συνδυασμό βέβαια με μία σειρά από ευτράπελα- όπως ο Τιτανικός.  Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι τα κακοφορμίζω όλα.

Μία από τις οσκαρικές που την είδα κατόπιν εορτής, ήταν η πολυσυζητημένη «Μορφή του Νερού» ή αλλιώς «The Shape of Water» αγγλιστί. Το επισημαίνω, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που τις ταινίες τις θυμούνται και τις αναφέρουν με τον πρωτότυπο τίτλο τους. Προτάθηκε για 13 Όσκαρ, κερδίζοντας τελικά τέσσερα, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας, από τον Μεξικανό «παραμυθά», Γκιγιέρμο ντελ Τόρο.

Μου κέντρισε το ενδιαφέρον από τα τρέιλερ, πηγαίνοντας να δω μία άλλη ταινία. Ωστόσο, τα παλαβά μου ωράρια δεν μου επέτρεψαν να τη δω πριν από την απονομή και κατέληξα να την δω μετά. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχα ακούσει διφορούμενες απόψεις, συν τις κριτικές που ήταν διθυραμβικές. Φυσικά και δεν εμπιστεύομαι εξ ολοκλήρου την άποψη ενός κριτικού ή ενός άλλου ανθρώπου, αν δεν έχω ιδία γνώμη, παρόλα αυτά θα δώσω  μία βάση. Και, βεβαίως δεν θεωρώ εαυτόν κριτικό, δεν έχω άλλωστε την τεχνογνωσία, αλλά πάντα μιλάω ως θεατής, χωρίς να επηρεάζομαι, με μικρές εξαιρέσεις.

Όπως προανέφερα είχα ακούσει διάφορα: από το ότι είναι εκπληκτική μέχρι το είναι μια σάχλα με «μια βλαμμένη μουγκή που ερωτεύεται ένα περίεργο, αμφίβιο ανθρωπόψαρο» και ο Ντελ Τόρο υποτιμά τους νοήμονες. Εντάξει, ο Ντελ Τόρο έχει ένα θέμα με τα αλλοπρόσαλλα, αλλά όχι ότι είναι αυτός που μας υποτιμά τη νοημοσύνη.  Δηλαδή στον Ε.Τ. του Σπίλμπεργκ, πόσο νορμάλ θεωρείται να πιάνει κανείς φιλία με έναν εξωγήινο;

Στο δια ταύτα. Μετά τα Όσκαρ αποφασίζω μία ωραία Δευτέρα που βόλεψε μία αλλαγή στο ωράριο, να αφιερώσω το βράδυ μου στον Γκιγιέρμο, τη μουγκή και το ανθρωπόψαρο. Πάω στο σινεμά της γειτονιάς μου, παίρνω τα ωραία μου ποπ κορν και μπαίνω στην αίθουσα. Κάθομαι στη θέση μου, τρώγοντας τα ποπ κορν που τα μισά έπεφταν μέσα στη μπλούζα από το καργαρισμένο κουτί. Τα φώτα σβήνουν και η προβολή αρχίζει…

Ένα δίωρο μετά πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Συνειδητοποιώ ότι ταξίδεψα. Σε έναν κόσμο που ο ρεαλισμός αγκαλιάζει με τρυφερότητα το παραμύθι, καλοζυγισμένα με την πλάστιγγα να μην γέρνει περισσότερο σε μία από τις δύο πλευρές. Σε έναν κόσμο που αποτυπώνονται με τον πλέον μαγικά εικονοποιημένο τρόπο όλες ,οι εκφάνσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Η πλοκή:  Αρχές δεκαετίας του ’60 η Ελάιζα είναι μια μουγκή καθαρίστρια σε μυστικό κυβερνητικό εργαστήριο στη Βαλτιμόρη. Εκεί θα διαπιστώσει πως μπορεί να επικοινωνεί με ένα αλλόκοτο αμφίβιο πλάσμα που τον κρατούν αιχμάλωτο στο εργαστήριο. Αντικείμενο φρικτών πειραμάτων ενός σαδιστή κυβερνητικού πράκτορα,  θα τραβήξει την προσοχή Σοβιετικών κατασκόπων, αλλά και της γλυκιάς και καλοσυνάτης Ελάιζα, η οποία θα επιχειρήσει να το σώσει από την αιχμαλωσία.

Η ιστορία αυτή -πάντα κατά την ταπεινή γνώμη μου- είναι μία ωδή σε πλευρά του ανθρώπου και της ίδιας της ζωής, όπως ξετυλίγεται καθημερινά.  Μία ωδή στη διαφορετικότητα και στην αλληλεγγύη, την ανθρώπινη σκληρότητα, τον αλλόκοτο έρωτα, την αφοσίωση, την αυταπάρνηση, το τι βλέπει ο καθένας από εμάς ως τέρας, αλλά και τα καταφύγια της ψυχής.

Mία μονότονη ζωή τελικά βρίσκει ενδιαφέρον και καταφύγιο στο πιο αλλόκοτο πλάσμα.  Ένα πλάσμα φυλακισμένο, αλυσοδεμένο που βασανίζεται. Όπως είναι ο κάθε άνθρωπος που κουβαλά τις δικές του αλυσίδες, που νιώθει ότι δεν μπορεί να κάνει βήμα, παρά μόνο στον περιορισμένο χώρο που τού έχουν αφήσει να κινείται, και βασανίζεται με κάθε τρόπο.

Εκεί που φαίνεται καταδικασμένο, έρχεται κάποιος που του ξεκλειδώνει τις αλυσίδες. Αυτός ο κάποιος που η ζωή του είναι, επίσης, φυλακισμένη στη μονοτονία. Κι εκεί αρχίζουν όλα, αναπτύσσουν τον κώδικα της δικής τους επικοινωνίας, τη φιλία που εξελίσσεται σε έναν ιδιαίτερο έρωτα. Έναν έρωτα βουτηγμένο στην αφοσίωση και την αυταπάρνηση.

Μία ωδή στη διαφορετικότητα και την αλληλεγγύη: Η μουγκή Ελάιζα, η μαύρη Ζέιντα, ο γκέι μοναχικός ζωγράφος γείτονας της Ελάιζα, και όλοι μαζί ενώνουν τις δυνάμεις τους για να απελευθερώσουν το αλυσοδεμένο αμφίβιο.

Είναι μία αποτύπωση του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Ο καθένας για το δικό του συμφέρον έχει αλυσοδεμένο ένα πειραματόζωο. Να το χρησιμοποιήσει για να εκπληρώσει τους σκοπούς του, ακόμη κι αν το βασανίζει μέχρι τελικής πτώσης, με στόχο να το διαμελίσει. Μέχρι εκείνο να βρει την κατάλληλη στιγμή να πατήσει στα πόδια του και να γυρίσει το σπαθί στον βασανιστή του. Όπως τελικά κάνει το αμφίβιο στο τέλος της ταινίας.

Είναι μία ωδή στο τι βλέπει ο καθένας μας ως τέρας. Για άλλους τέρας είναι ο παράξενος διπλανός του, για άλλους ο κακός απέναντι που τους αντιμετωπίζει ρατσιστικά, σεξιστικά, ομοφοβικά και για άλλους ο αντίπαλός του.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο τέρας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός και οι φόβοι μας, που διοχετεύονται στις παραπάνω συμπεριφορές.

Οι δικοί μας δαίμονες, τα δικά μας τέρατα είναι αυτά που βλέπουμε  στο πρόσωπο του απέναντι, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι βλέπουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Αυτό το τέρας που κυνηγάμε να σκοτώσουμε και τελικά μας καταπίνει αμάσητο…

Δεν πρόκειται για κριτική, αλλά για ένα τεράστιο feedback, κάτι που δεν είχα ίσως, με καμία άλλη ταινία  έως τώρα. Θα μπορούσα να γράφω ώρες επί ωρών και σελίδες επί σελίδων.

Αντιλαμβάνομαι το λόγο που τα ποπ κορν έμειναν σχεδόν ανέπαφα. Και όχι, επειδή με «μπούκωσαν» ή επειδή είχαν πολύ αλάτι…

 

«Είναι η αγάπη, ηλίθιε»

falling-love-78.jpg

 

Τελικά, όσες φορές κι αν παραφράσεις την ατάκα «Είναι η οικονομία, ηλίθιε» που ανήκει στον Τζέιμς Κάρβιλ, επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας του Κλίντον το ’92, πάντα είναι εύστοχη. Όποια λέξη κι αν προηγείται του κόμματος και φυσικά του «ηλιθίου».

Την έκλεψαν ουκ ολίγοι, ο Σόιμπλε απευθυνόμενος στον Τσίπρα («Είναι η εφαρμογή -των συμφωνιών- ηλίθιε), ο Μπογιόπουλος για το βιβλίο του «Είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε» και ποιος ξέρει πόσοι ακόμη την έχουν «καταχραστεί» και παραφράσει αντιστοίχως (καλή ώρα).

Ορμώμενη από προσωπικές ιστορίες, αλλά και ιστορίες αγαπημένων ανθρώπων που έτυχε να μιλήσουμε «για τα δικά μας» που λέμε, θα το παραφράσω ως «Είναι η αγάπη, ηλίθιε», χωρίς το «ηλίθιε» να έχει να κάνει μόνο με αρσενικό γένος. Να το διευκρινίζουμε προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Χάριν του τίτλου μένει ως έχει.

«Είναι η αγάπη, ηλίθιε», που θεραπεύει τα πάντα. Έχει ευεργετικές ιδιότητες, είναι ο θεμέλιος λίθος ενάντια στη θλίψη. Λειτουργεί ως αντίβαρο για να παλέψουμε τις δικές μας προκλήσεις στη ζωή, δίνοντας λύσεις σε ό,τι μας απασχολεί. Υπάρχουν πολλοί που κρύβουν τα συναισθήματά τους, ίσως γιατί νιώθουν τον φόβο της απόρριψης, το θεωρούν αδυναμία να δει ο άλλος την ευαίσθητη πλευρά του και  στο τέλος μένουν μόνοι, συνέπεια της δικής τους στάσης. Καλλιεργώντας, όμως, την αγάπη γινόμαστε καλύτεροι και ανοίγουμε πόρτες στους απέναντι, νιώθοντας με τον καιρό πληρέστεροι.

«Είναι η αγάπη, ηλίθιε» που σε γεμίζει υπομονή. Όταν αυτοί που αγαπάς σε φτάνουν ένα βήμα πριν ξεπεράσεις τα όριά σου, θέλεις να σπάσεις κεφάλια, σαγόνια, να γκρεμίσεις ό,τι βρίσκεις μπροστά σου, να ουρλιάξεις, να βάλεις τα κλάματα και τελικά να τους στείλεις στο διάολο κι ακόμα παραπέρα, αντιλαμβάνεσαι ότι είναι η αγάπη αυτή που στο τέλος σου κρατά τα χέρια. Ακόμη κι αν αυτό αντιβαίνει στη λογική, που κάποια στιγμή βάζει τα όρια αυτής της υπομονής. Κι εκεί πάλι, η αγάπη είναι αυτή που παρεμβαίνει, η αγάπη προς τον εαυτό μας.

«Είναι η αγάπη, ηλίθιε», το συνώνυμο της ανιδιοτέλειας. Όταν αγαπάς, και αυτό το συναίσθημα είναι καθ΄όλα πηγαίο, η ιδιοτέλεια εξαφανίζεται. Είσαι εκεί, στο πλευρό του/της/τους χωρίς να ζητάς ανταλλάγματα, έστω κι αν θα περίμενες κάτι λίγο. Θα μου πει κανείς, ότι μ΄αυτόν τον τρόπο γίνεσαι θύμα. Μπορεί και ναι, μπορεί  και όχι. Και πάλι πρόκειται για ζήτημα αυτοκυριαρχίας και σθένους. Όταν είσαι δυνατός, και μόνο η προσφορά στον διπλανό σου είναι η τροφή σου, η τονωτική σου ένεση.

«Είναι η αγάπη, ηλίθιε» που σε κάνει αισιόδοξο. Είναι ένα θετικό συναίσθημα, κάτι το οποίο ουδείς μπορεί να παραβλέψει, ομολογουμένως. Είναι σημαντικό να χαρίζεις αγάπη, με κάθε τρόπο και κάθε είδους, είτε πρόκειται για οικογενειακή, φιλική, ερωτική. Μπορείς να βλέπεις τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία, με άλλο χρώμα, σαν να φοράς πολύχρωμα γυαλιά απλά γιατί χαμογελάς. Μποέμ θα μου πεις, αλλά ισχύει στο έπακρο. Προσέξτε το σε μία τέτοια έκφραση αγάπης και θα δείτε τη διαφορά.

«Είναι η αγάπη, ηλίθιε…», δέξου τη και χάρισέ τη. Δεν κοστίζει τίποτα!

 

Η σημασία του να μην σκέφτεσαι τίποτα

master-your-mind

Γενικότερα και ειδικότερα το μυαλό μου -καθότι και πανεξυπνοτετραπερατοπαρανοϊκό ον- γυρνάει δύο εκατομμύρια στροφές το λεπτό, παίρνοντας ερεθίσματα, ακόμη κι από τον αέρα που αναπνέει.

Βεβαίως, αυτό δεν είναι πάντα καλό, καθώς γίνονται συνειρμοί με το κοριτσάκι στον «Εξορκιστή» που γυρνάει το κεφαλάκι του γύρω γύρω (πάντα και παντού χρειάζεται μία θρίλερ πινελιά).

Είναι, ωστόσο, και κάτι αναθεματισμένες ώρες, μέρες ή που λες «ως εδώ». Ναι, ρε φίλε είναι φορές που δεν έχω έμπνευση, δεν θέλω να σκέφτομαι. Δεν έχω ερεθίσματα. Γιατί; Γιατί είμαι «κομμάτια» στην κούραση, βαριέμαι, πονάει η φτέρνα μου, έχω νεύρα και  στην τελική δεν γουστάρω, ρε παιδί μου.

Έχει κι αυτό τη χάρη του και την αναγκαιότητά του, θα προσθέσω. Πρέπει κάποτε το μυαλό να ηρεμεί, να γαληνεύει, να ξεκουράζεται, να σταματήσει να σκέφτεται -τουλάχιστον αυτά που το κάνουν να γυρίζει εκατομμύρια στροφές το λεπτό  ή το δευτερόλεπτο. Υπάρχουν και τέτοια μυαλά.

Έρχονται στιγμές, λοιπόν, που οφείλουμε να κάνουμε δώρο στο κεφαλάκι μας μία ανάπαυλα από όλα. Από όλα όσα μας εγκλωβίζουν, μας στεναχωρούν, μας εκνευρίζουν ή μας αγχώνουν. Μία ανάπαυλα, ακόμη κι από αυτά που μας κάνουν χαρούμενους. Θα πει κανείς, εδώ: «Είσαι με τα καλά σου; Πώς γίνεται αυτό; ». Δεν λέω ότι είναι το πλέον εύκολο, αλλά παίδες, πιστέψτε με χρειάζεται . Όχι για πολύ, καθότι μετά θα πετύχουμε τα αντίθετα. Και ένα μυαλό αδρανές, χειραγωγείται, τόσο από τους άλλους, όσο και από τα ίδια του τα συναισθήματα.

Ας αφήσουμε κάτι να πέσει κάτω προς χάριν της ηρεμίας μας. Ένα άτυπο reset για όσα θα ακολουθήσουν, μία ανασύνταξη των διανοητικών μας δυνάμεων. Γιατί το μυαλό είναι σαν το σώμα και με την καταπόνηση θα κλατάρει.

Και τότε, άντε τρέχα να το αναστήσεις.