Το «Φιλί»: Οι «καταραμένοι» πίσω από το αριστούργημα του Ροντέν

The Kiss, marble, 1888-89, detail

Είναι ίσως μία από τις πιο ειλικρινείς και διάσημες φυσικά απεικονίσεις της σαρκικής αγάπης στην ιστορία της τέχνης: οι δύο μνημειώδεις γυμνές μαρμάρινες φιγούρες του Ωγκίστ Ροντέν, που ξεχειλίζουν από πάθος και δημιουργούν το διάσημο «Φιλί»

Με τα λεπτά, λαμπερά και εύκαμπτα σώματα, που αντανακλούν την αντίθεση με τον σκληρό βράχο, στον οποίο κάθονται, οι ερωτευμένοι του Ροντέν, εμφανίζονται αέναοι και εξιδανικευμένοι: μία οικουμενική αναπαράσταση του σεξουαλικού ξεμυαλίσματος, εμφανέστατου τοις πάσι.

Τρεις μαρμάρινες εκδοχές του αγάλματος δημιουργήθηκαν την εποχή του Ροντέν. Η πρώτη από αυτές φιλοξενείται στο Μουσείο Ροντέν στο Παρίσι.

Όμως, παρά το γεγονός ότι το Φιλί δείχνει καθ’όλα αισιόδοξο, απλό και ανέμελο, η ιστορία της δημιουργίας του έχει κάτι το (πολύ) σκοτεινό. Ποιος θα φανταζόταν ότι οι ερωτευμένοι του Ροντέν ήταν ένα… καταραμένο ζευγάρι της «Κόλασης» του Δάντη.

Οι ρίζες του αγάλματος χρονολογούνται από το 1880, όταν ο Ροντέν, γεννημένος σε μία συνοικία της εργατικής τάξης του Παρισιού, πλησίαζε τα 40. Μέχρι τότε ήταν ήδη καταξιωμένος. Εκείνη τη χρονιά του ανατέθηκε για πρώτη φορά από το γαλλικό κράτος να φιλοτεχνήσει μία μπρούτζινη διπλή πόρτα για ένα το νέο μουσείο Καλών Τεχνών.

Το πρoσχέδιο, που θα οδηγούσε τον γλύπτη στη σύνθεση του συμπλέγματος, αποτέλεσε ένα μέρος μια ανάγλυφης σύνθεσης σε μπρούτζινες πόρτες.

Ως θέμα του, την «Κόλαση» του Δάντη. Από την αρχή, σκέφτηκε να δημιουργήσει ένα ζευγάρι εραστών, το οποίο τοποθετήθηκε ένθετα στη μέση της αριστερής μπρούντζινης πόρτας του μουσείου. Ονομάστηκε Πίστη, και το σύμπλεγμα αντιπροσώπευε το παράνομο πάθος του Πάολο και της Φραντσέσκα, που εμφανίζονται στον δεύτερο κύκλο της «Κόλασης» του Δάντη, καταδικασμένοι στο αιώνιο μαρτύριο.

The Kiss 1901-4 by Auguste Rodin 1840-1917

Σύμφωνα με την πραγματική ιστορία του 13ου αιώνα, η Φραντσέσκα και ο Πάολο φιλιούνται ενώ κάθονται και διαβάζουν ιστορίες αγάπης. Όταν ο σύζυγος της Φραντσέσκα, που ήταν αδελφός του Πάολο, τους ανακαλύπτει, τους μαχαιρώνει μέχρι θανάτου.

Ο Ροντέν αποφάσισε να απεικονίσει τους δύο εραστές τη στιγμή του πρώτου τους φιλιού. Αν κοιτάξει κανείς από πιο κοντά το γλυπτό, μπορεί να δει το βιβλίο που γλιστρά από το αριστερό χέρι του άνδρα, που παραδίδεται στο πάθος του για την αγαπημένη του.

Τους ανύψωσε ως εμβληματικό σύμβολο του ρομαντισμού, του πάθους και της αγάπης και όχι της απιστίας.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1880, αν και τα σχέδια του νέου μουσείου ναυάγησαν, ο Ροντέν χρησιμοποίησε το χρόνο που είχε προσαρμόζοντας την ιδέα του και σμιλεύοντας το σκληρό υλικό του μαρμάρου.

Το έργο έμεινε μισοτελειωμένο για κάποιο διάστημα, καθώς ο γλύπτης είχε στρέψει αλλού την προσοχή του. Το 1898, τελικά αποφάσισε να το εκθέσει μαζί με το άγαλμα του διάσημου συγγραφέα Ονορέ ντε Μπαλζάκ.

Όταν το γλυπτό τελικά παρουσιάστηκε στο κοινό, αμέσως εντυπωσίασε και έπειτα δημιουργήθηκαν αλλά τρία παρόμοια γλυπτά από μπρούτζο σε διάφορα μεγέθη και πάνω από 300 διαφορετικά εκμαγεία, προκειμένου να αντιγραφεί το γλυπτό και με άλλα υλικά.

Το 1900 ένας Αμερικανός ομοφυλόφιλος συλλέκτης αρχαιοτήτων, ο Έντουαρντ Πέρι Γουόρεν, που ζούσε στο ανατολικό Σάσεξ, ζήτησε από τον Ροντέν μία ρέπλικα σε διαστάσεις μεγαλύτερες από τις ανθρώπινες και όσο το δυνατόν πιο σχηματισμένα τα γεννητικά όργανα του άνδρα. Και όλα αυτά φυσικά, έναντι αδράς αμοιβής που έφτανε τότε τα 20.000 γαλλικά φράγκα.

rod

Το ολοκληρωμένο αυτό κομμάτι παραδόθηκε το καλοκαίρι του 1904, όμως ήταν τόσο μεγάλο που δεν χωρούσε στο σπίτι του Γουόρεν και τελικά φιλοξενήθηκε σε έναν στάβλο!

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γουόρεν το δάνεισε στο δημαρχείο του Lewes, ωστόσο το έργο καλύφθηκε επιμελώς με ένα σεντόνι, ώστε να μην προκαλεί τα ήθη των ντόπιων κατοίκων αλλά και των στρατιωτών με την «προσβλητική» δήλωση των γυμνών σωμάτων των ερωτευμένων.

Τελικά, πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του Γουόρεν (1928), το έργο καλωσορίστηκε στην συλλογή της Πινακοθήκης του Tate, το 1953.

Αν και κρύβει μέσα του μία σκοτεινή ιστορία, αυτή των κολασμένων, των «παράνομων», η εξύμνηση της αγάπης μέσα από το «Φιλί» και το μεγαλείο του έργου θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς ως άλλη «Κολυμπήθρα του Σιλωάμ».

Advertisements

Μαρκ Σαγκάλ: Ο ευγενικός «παραμυθάς» της Τέχνης που ενέπνευσε τον «Βιολιστή στη στέγη»

 

Καταγραφή
«Η νύφη» (1950)

«Με μόνη παρέα το Θεό δακρύζω αληθινά μπροστά στους πίνακες μου. Εκεί θα μείνουν οι ρυτίδες μου, η χλωμή μου όψη, εκεί θα τυπωθεί για πάντα η ρευστή ψυχή μου» (Μαρκ Σαγκάλ

Δεν τον είχα ανακαλύψει ή μάλλον τον είχα σε πιο δεύτερη μοίρα, μετά τους Νταλί, Βαν Γκογκ και Λοτρέκ.  Σκαλίζοντας κάτι παλιατζούρες στο γραφείο, έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλιαράκι με καρτ ποστάλ που απεικόνιζαν έργα του. Σκέφτηκα «πώς στο καλό είχα αγοράσει αυτό το πακετάκι;» -πιθανότατα μαζί με κάτι άλλα τέτοια που συνήθιζα να μαζεύω- και άρχισα να το ξεφυλλίζω, διαπιστώνοντας πολλά χρόνια μετά ότι ο καλλιτέχνης αυτός είχε κάτι να μου πει.

Ο Μαρκ Σαγκάλ που καταγόταν από ένα χωριό τέρμα Θεού στην Ανατολική Ευρώπη, έμελλε να είναι ένας από τους πιο αγαπημένους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. Και τελικά, κι ένας από τους δικούς μου αγαπημένους.

Σε κάθε έργο του ζωγραφίζει με την ψυχή ενός παιδιού, με την ευαισθησία ενός καλλιτέχνη, ενός ανθρώπου που θυμάται, ελπίζει, νοσταλγεί, ερωτεύεται, παθιάζεται, αγαπά τη φύση και τη ζωή. Ένας ποιητής που μαγεύεται από τη γήινη μορφή και την μετατρέπει σε παραμύθι με φιγούρες που αιωρούνται.

marc

Γεννημένος και μεγαλωμένος σε μία οικογένεια Χασιδικών Εβραίων διαμόρφωσε την τεχνοτροπία του έχοντας «μαζέψει» εικόνες φολκλόρ και εβραϊκές .

Στα 97 χρόνια της ζωής του, ο Σαγκάλ ταξίδεψε και φιλοτέχνησε τουλάχιστον 10.000 έργα, συμπεριλαμβανομένων και εξωφύλλων περιοδικών, μωσαϊκών, θεατρικών κοστουμιών, σκηνικών, αλλά και βιτρώ. Κέρδισε βραβεία για τα πολύχρωμες σκηνές των εραστών ,τον βιολιστή και τα αστεία ζώα που ίπτανται πάνω από στέγες.

Ως προς τα ρεύματα που εκπροσώπησε ο Σαγκάλ εντάσσεται στους καλλιτέχνες του Κυβισμού, Φωβισμού, Εξπρεσιονισμού, Σουρεαλισμού και Πριμιτιβισμού. Ωστόσο, εκείνος είχε το δικό του βαθιά προσωπικό στιλ. Μέσα από την τέχνη διηγούνταν την ιστορία του.

birth_chagall
«Η γέννηση» (1911-1912)

«Γεννήθηκα νεκρός»

Ο Μαρκ Σαγκάλ γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1877 σε μία χασιδική κοινότητα κοντά στο Βιτέμπσκ, στο βορειοανατολικό άκρο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, στη σημερινή Λευκορωσία. Οι γονείς του τον ονόμασαν Μοϊς (Μωυσής), όμως η προφορά του πήρε ένα γαλλικό accent, το χρονικό διάστημα που έζησε στο Παρίσι.

Οι ιστορίες της ζωής του Μαρκ Σαγκάλ συχνά περιγράφονται με έναν δραματικό τόνο. Στην αυτοβιογραφία του «Η ζωή μου» (1921) λέει «γεννήθηκα νεκρός». Οι γονείς του, προκειμένου να ξαναδώσουν ζωή στο άψυχο σώμα του, τον τσιμπούσαν με βελόνες και τον βούτηξαν στο νερό.

Εκείνη τη στιγμή, ξέσπασε μία πυρκαγιά και μετέφεραν τη μητέρα του όπως ήταν με το στρώμα σε ένα άλλο σημείο της πόλης. Ακόμη και η χρονολογία της γέννησής του έχει κάτι το χαώδες. Ο Σαγκάλ ισχυρίζεται ότι γεννήθηκε το 1889 και όχι το 1887 όπως έχει καταγραφεί.

Είτε είναι αλήθεια, είτε αποκυήματα της φαντασίας του, οι συνθήκες της γέννησής του αποτυπώνονται στη ζωγραφική του. Εικόνες με μητέρες και παιδιά ανακατεμένοι με ανάποδα σπίτια, ζώα, ακροβάτες και βιολιστές, αγκαλιασμένους εραστές, φωτιές και θρησκευτικά σύμβολα. Ένα από τα πρώτα έργα του, η «Η γέννηση» (1911-1912) είναι η ιστορία της δικής του γέννησης αποτυπωμένη στον καμβά.

Κι ενώ κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του, ο Σαγκάλ μεγάλωσε ως ο λατρεμένος πρωτότοκος μίας οικογένειας εννέα παιδιών. Ο πατέρας του –«πάντα κουρασμένος, πάντα στοχαστικός» εργαζόταν σε ψαραγορά και φορούσε ρούχα που «φεγγοβολούσε άλμη ρέγγας». Η μητέρα του γέννησε οκτώ παιδιά ενώ εργαζόταν σε μανάβικο. Ζούσαν σε ένα μικρό χωριό, ένα θλιβερό σύμπλεγμα ξύλινων σπιτιών χωμένων στο χιόνι.

over-vitebsk
«Πάνω από το Βιτέμπσκ» (1914)

Στον πίνακά του «Πάνω από το Βιτέμπσκ» (1914), η εβραϊκή παράδοση είναι καταφανής. Η οικογένεια ανήκε σε μία αίρεση που έδιναν αξία στη μουσική και το χορό ως την υψηλότερη μορφή αφοσίωσης, αλλά απαγόρευε τις κατασκευασμένες από ανθρώπινο χέρι εικόνες των δημιουργημάτων του Θεού. Συνεσταλμένος, με ένα τραύλισμα και λιποθυμικές τάσεις, ο νεαρός Σαγκάλ τραγουδούσε και έπαιζε βιολί. Στο σπίτι του μιλούσε εβραϊκά, ενώ πήγε σε εβραϊκό σχολείο.

Η κυβέρνηση της χώρας, ωστόσο, θέσπισε περιορισμούς για τον εβραϊκό πληθυσμό της. Ο Σαγκάλ τότε μεταφέρθηκε σε δημόσιο, ρωσικό γυμνάσιο, μόνο επειδή η μητέρα του πλήρωσε «μίζα» -δεν έχει σύνορα και εποχή όπως αντιλαμβάνεστε. Εκεί έμαθε να μιλά ρωσικά και έγραψε ποιήματα σε μία νέα γλώσσα. Παρατηρώντας τα εξώφυλλα ρωσικών περιοδικών, άρχισε να φαντάζεται τι θα έμοιαζε άπιαστο όνειρο: η ζωή ως καλλιτέχνης.

322241
To έργο του «Ο βιολιστής» (1913) λέγεται ότι ενέπνευσε και το σπουδαίο θεατρικό του Μπρόντγουεϊ «Ο βιολιστής στη στέγη», που μεταφέρθηκε μετέπειτα στον κινηματογράφο

H έμπνευσή του

Η απόφασή του να γίνει ζωγράφος ξάφνιασε την πραγματίστρια μητέρα του, ωστόσο αποφάσισε ότι η τέχνη μπορεί να είναι μία βιώσιμη επιχείρηση, Έτσι τον άφησε να μαθητεύσει δίπλα στον Γεχούντα Πεν, ένας ζωγράφο πορτρέτων που δίδασκε σχέδιο και ζωγραφική σε Εβραίους σπουδαστές στο χωριό.

Την ίδια στιγμή, θεωρούσε ότι η μαθητεία του γιου της δίπλα σε έναν τοπικό φωτογράφο θα τον δίδασκε μία εμπορική πρακτική. Ο ίδιος, ωστόσο, μισούσε αυτή τη δουλειά του ρετούς των φωτογραφιών και ένιωθε καλά μόνο στην αίθουσα τέχνης. Ο δάσκαλός του, Γεχούντα Πεν, δεν ήταν της μοντέρνας προσέγγισης. Όμως, ο επαναστάτης Σαγκάλ χρησιμοποίησε περίεργους χρωματικούς συνδυασμούς, αμφισβητώντας την τεχνική ακρίβεια.

Το 1906 έφυγε από το Βιτέμπσκ για να σπουδάσει τέχνη στην Αγία Πετρούπολη. Αρχικά, σπούδασε στην Imperial Society for the Protection of Fine Arts και στη συνέχεια στο πλευρό του Λέον Μπακστ, ζωγράφο και σκηνογράφο που δίδασκε στη Σχολή .
Οι δάσκαλοί του τού σύστησαν τα λαμπερά χρώματα του Ματίς και των Φωβ. Ο νεαρός καλλιτέχνης, μελέτησε επίσης τα έργα του Ρέμπραντ, καθώς και τους μεγάλους μετα-ιμπρεσιονιστές, όπως ο Βαν Γκογκ και ο Γκωγκέν. Ειδικά, στην Αγία Πετρούπολη ανακάλυψε αυτό που θα επηρέαζε πολύ την καριέρα του: τα θεατρικά σκηνικά και το σχέδιο κοστουμιών.

green_3a7721b1-bfcb-46a1-8cdd-2fa910b8960e
«Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1964)

Ο Maxim Binaver, ένας καλλιτεχνικός χορηγός, ο οποίος υπηρέτησε στη ρωσική βουλή, θαύμασε το έργο του Σαγκάλ. Το 1911 του πρόσφερε χρήματα για να ταξιδέψει στο Παρίσι, όπου οι Εβραίοι ήταν περισσότερο ελεύθεροι.

Αν και νοσταλγούσε την πατρίδα του και δεν μιλούσε καλά γαλλικά, ήταν αποφασισμένος να κάνει το έργο του γνωστό σε όλον τον κόσμο. Υιοθέτησε τη γαλλική προφορά του ονόματός του και εγκαταστάθηκε στη La Ruche, τη διάσημη καλλιτεχνική κοινότητα κοντά στο Μονπαρνάς. Ενώ σπούδαζε στην αβαν-γκαρντ Ακαδημία La Pallette, συνάντησε ποιητές στα πρώιμα χρόνια τους, όπως ο Γκιγιόμ Απολιναίρ, αλλά και μοντερνιστές ζωγράφους, όπως ο Μοντιλιάνι και ο Ντελονέ.

Ο Ρομπέρ Ντελονέ επηρέασε καταφανώς την εξέλιξη του Σαγκάλ. Συνδυάζοντας τις κυβιστικές προσεγγίσεις με την προσωπική του εικονογραφία, ο Σαγκάλ δημιούργησε από τα πιο αξιομνημόνευτα έργα του. Στο περίπου 2 μέτρων έργο του «Εγώ και το χωριό» δουλεύει με γεωμετρικά επίπεδα, θέλοντας να αποδώσει μία ονειρική ανάποδη εικόνα της πατρίδας του. Όπως και στην «Αυτοπροσωπογραφία με τα επτά δάχτυλα» κομματιάζει την ανθρώπινη μορφή (1913) ενσωματώνοντας ρομαντικές σκηνές του Βιτέμπσκ και του Παρισιού.

«Με αυτές τις εικόνες δημιουργώ την πραγματικότητα του εαυτού μου, αναδημιουργώ το σπίτι μου», εξηγούσε ο Σαγκάλ.

Έπειτα από λίγα χρόνια μόνο στο Παρίσι, ο ζωγράφος κέρδισε την αναγνώριση των κριτικών, έτσι ώστε να πραγματοποιήσει εξ ολοκλήρου τη δική του έκθεση στο Βερολίνο, τον Ιούνιο του 1914. Από εκεί, επέστρεψε στη Ρωσία, ξανασμίγοντας με την γυναίκα, που έγινε η σύζυγος και η μούσα του, τη Μπέλα Ρόζενφελντ.

birthday
«Γενέθλια» (1915)

Η μούσα της ζωής του

Στα «Γενέθλια» (1915) ένας όμορφος νέος αιωρείται πάνω από μία νέα γυναίκα. Καθώς προσπαθεί να τη φιλήσει, μοιάζει να αναδύεται από το έδαφος. Αυτή η γυναίκα ήταν η Μπέλα Ρόζενφελντ, η όμορφη και μορφωμένη κόρη ενός ντόπιου κοσμηματοπώλη.
«Είχα πάντα το παράθυρό μου ανοιχτό και μπλε αέρας και λουλούδια έμπαιναν στο δωμάτιο μαζί της», έγραφε ο ζωγράφος.

Το ζευγάρι γνωρίστηκε το 1909, όταν η Μπέλα ήταν μόλις 14 ετών. Ήταν πολύ μικρή για μία σοβαρή σχέση και επιπλέον ο Σαγκάλ ήταν πάμφτωχος. Αρραβωνιάστηκαν, αλλά περίμεναν μέχρι το 1915 για να παντρευτούν, ενώ η κόρη τους, Άιντα, γεννήθηκε έναν χρόνο αργότερα.

Η Μπέλα δεν ήταν η μόνη γυναίκα που αγάπησε και ζωγράφισε ο Σαγκάλ. Όταν ήταν φοιτητής, είχε εντυπωσιαστεί από την Τέα Μπράχμαν, η οποία πόζαρε για το έργο Red Nude Sitting Up” (1909). Εισήγαγε ξανά τις σκούρες γραμμές και τα βαριά επίπεδα του κόκκινου και το ροζ, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά τολμηρό και αισθησιακό πορτρέτο της Τέα. Αντίθετα, τα πορτρέτα της Μπέλα ήταν ανοιχτόχρωμα, περίτεχνα και ρομαντικά.

Marc_Chagall-Red_Nude_Sitting_Up__1908
«Red Nude Sitting Up» (1909)

Για περισσότερα από 30 χρόνια η Μπέλα εμφανίζεται ξανά και ξανά ως σύμβολο των πληθωρικών συναισθημάτων, της δυνατής αγάπης και της γυναικείας αγνότητας. Εκτός από τα «Γενέθλια», η Μπέλα ήταν πρωταγωνίστρια στους πιο διάσημους πίνακες του Σαγκάλ , μεταξύ των οποίων οι “Over the Town” (1913), “The Promenade” (1917), “Lovers in the Lilacs” (1930), “Three Candles” (1938) και το «”The Bridal Pair with the Eiffel Tower” (1939).

Η Μπέλα ήταν, όμως, κάτι παραπάνω από ένα απλό μοντέλο. Αγαπούσε το θέατρο και σχεδίαζε μαζί με τον Σαγκάλ θεατρικά κοστούμια. Προώθησε την καριέρα της διαχειριζόμενη επιχειρηματικές συναλλαγές και μεταφράζοντας την αυτοβιογραφία της. Τα απομνημονεύματά της εξιστορούν το έργο του Σαγκάλ και την κοινή τους ζωή.

Ήταν μόλις 40 κάτι ετών, όταν πέθανε το 1944. «Ντυμένη στα ολόλευκα ή στα ολόμαυρα, πετά πάνω από τα έργα μου, καθοδηγώντας την τέχνη μου», δήλωνε ο ίδιος ο ζωγράφος.

Οι μπολσεβίκοι τον λάτρεψαν, οι Ναζί τον «πυρπόλησαν»

Ο Μαρκ και η Μπέλα Σαγκάλ θέλησαν να εγκατασταθούν στο Παρίσι μετά τον γάμο τους, όμως οι πόλεμοι δεν τους άφησαν. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε φτώχεια, πείνα, ελλείψεις σε καύσιμα και απροσπέλαστους δρόμους, ενώ η Ρωσία φλεγόταν από την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Ο Σαγκάλ καλωσόρισε το νέο καθεστώς της Ρωσίας, καθώς έδωσε υπηκοότητα στους Εβραίους. Οι Μπολσεβίκοι θαύμασαν το έργο του Σαγκάλ και τον διόρισαν Κομισάριο για την Τέχνη στο Βιτέμπσκ, όπου ίδρυσε την Ακαδημία Τεχνών, ενώ σχεδίασε τα σκηνικά για το Νέο Κρατικό Εβραϊκό Θέατρο.

Επίσης, τα έργα του στόλισαν το Χειμερινό Ανάκτορο στο Λένινγκραντ, τη σημερινή Αγία Πετρούπολη.

Όμως αυτή η επιτυχία κράτησε λίγο. Οι επαναστάτες δεν έβλεπαν με καλό μάτι την τεχνοτροπία του του Σαγκάλ και εκείνος δεν είχε ιδέα από αφηρημένη τέχνη και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό που προτιμούσαν εκείνοι. Έτσι, το 1920 παραιτήθηκε και μετακόμισε στη Μόσχα.

Ο λιμός είχε εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα. Ο Σαγκάλ εργαζόταν ως δάσκαλος σε ορφανά του πολέμου, ζωγραφίζοντας για το εβραϊκό θέατρο και τελικά, το 1923 έφυγε για την Ευρώπη με τη Μπέλα και την 6 ετών τότε Άιντα.

Όταν επέστρεψε στο Παρίσι, τη δεκαετία του 1920, το ρεύμα του σουρεαλισμού βρισκόταν σε πλήρη άνθηση. Η παριζιάνικη αβαν γκαρντ εξήρε την ονειρικότητα του έργου του και τον αγκάλιασε ως έναν από τους εκπροσώπους της.

Αν και ολοκλήρωσε πολλούς πίνακες στη Ρωσία, ο ίδιος ένιωθε ότι η Επανάσταση διέκοψε την καριέρα του.

Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1937 ξεκίνησε να ζωγράφιζε την «Επανάσταση» η οποία απεικονίζει τη Ρωσία ως παράσταση τσίρκου.

Ο Λένιν κάνει ένα κωμικό νούμερο πάνω σε ένα τραπέζι, ενώ γύρω του παραπαίουν άλλες φιγούρες. Στα αριστερά, πλήθος κυματίζει σημαίες και όπλα, ενώ στα δεξιά παίζουν μουσικοί. Ένα νεόνυμφο ζευγάρι «πετά» στην κάτω δεξιά γωνία. Και ο Σαγκάλ μοιάζει να εξηγεί μέσα από αυτό το έργο ότι η αγάπη και η μουσική μπορεί να επικρατήσει ενάντια στην σκληρότητα του πολέμου.

162506
«Επανάσταση» (1937-1938)

Καθώς ο φασισμός και ο ναζισμός κατακτούσαν την Ευρώπη, ο Σαγκάλ έγινε γνωστός ως ο «περιπλανώμενος Εβραίος» που ταξίδεψε στην Ολλανδία, την Ισπανία, την Πολωνία, την Ιταλία και τις Βρυξέλλες.

Αν και τα έργα του κέρδισαν την αναγνώριση, τον έκαναν ταυτόχρονα και στόχο των Ναζί, Δόθηκε εντολή στα μουσεία να αφαιρέσουν τα έργα του, άλλα κάηκαν, ενώ άλλα εμφανίστηκαν στην έκθεση «φαύλης τέχνης» στο Μόναχο το 1937.

Στην έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πήρε τη γαλλική υπηκοότητα. Η κόρη του, ωστόσο, ενήλικη πλέον, τους ικέτευσε να φύγουν από τη χώρα και τελικά μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, το 1941.

Τον περισσότερο καιρό του τον περνούσε στην εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης και ένα χρόνο αργότερα, ταξίδεψε στο Μεξικό, όπου σχεδίασε τα σκηνικά για ένα έργο κλασικού μπαλέτου, ενώ με τη βοήθεια της Μπέλα έφτιαξαν και τα κοστούμια.

Το 1943 έμαθε για την θηριωδία των στρατοπέδων μαζικής εξόντωσης των Εβραίων στην Ευρώπη. Μάλιστα, έλαβε το θλιβερό νέο ότι καταστράφηκε το σπίτι των παιδικών του χρόνων στο Βιτέμπσκ. Η απώλεια επίσης της Μπέλα το 1944, ήταν ένα ακόμη οδυνηρό χτύπημα. Η γυναίκα που λάτρεψε προσβλήθηκε από μόλυνση, η οποία θα μπορούσε να είχε γιατρευτεί, αν δεν υπήρχαν ελλείψεις φαρμάκων, λόγω του πολέμου.

4a9ed79491ae3f31eff6d989c454f3fe
«Μπλε Τοπίο» (1949)

«Όλα βάφτηκαν μαύρα», έγραψε τότε ο Σαγκάλ.

Ο Σαγκάλ έζησε ως τα 97 του. Πέθανε στις 28 Μαρτίου 1985, μέσα σε ένα ασανσέρ, στο Παρίσι. Ο τάφος του έχει θέα τη Μεσόγειο.

Ήταν ο ζωγράφος που ενέπνευσε πολλές σχολές μοντέρνας τέχνης, ενώ παρέμεινε ένας παραστατικός καλλιτέχνης, ο οποίος συνδύαζε αναγνωρίσιμα σκηνικά με εικόνες που έμοιαζαν να βγαίνουν από όνειρα, αλλά και σύμβολα από την ρωσική, εβραϊκή κληρονομιά του.

Για τους νεότερους ζωγράφους είχε μία συμβουλή: Ένας καλλιτέχνης δεν πρέπει να φοβάται να είναι ο εαυτός του, να εκφράζει τον εαυτό του. Εάν είναι απολύτως ειλικρινής, αυτό που λέει και κάνει θα είναι αποδεκτό και από τους άλλους».

“The greatest thing you’ll ever learn…”: Η απίστευτη ιστορία του «Nature Boy»

nature

Από βυζανιάρικο ακόμα αγαπούσα τα τραγούδια που είχαν να πουν κάτι, μία ιστορία. Και ως άλλος music Indiana Jones κυνηγούσα τον Χαμένο Θησαυρό ή τη Χαμένη Κιβωτό πίσω από τους στίχους ή τη μουσική, αλλά κυρίως στους στίχους.

Πριν από μερικά χρόνια, κοντά εικοσαετία (γέρασα, Παναγία μου) βλέποντας το Μουλέν Ρουζ, αυτό με την Κίντμαν και τον Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, άκουσα το «Nature Boy» από τον αείμνηστο τον Ντέιβιντ Μπάουι, μένοντας με το στόμα ανοιχτό, τόσο ερμηνευτικά, όσο και με τους στίχους. Ομολογώ, ότι δεν γνώριζα, 18χρονο τότε ότι το κομμάτι δεν είναι του Μπάουι και ότι δεν γράφτηκε για το σάουντρακ της ταινίας και ότι δεν αναφερόταν στην μποέμ παρέα της Μονμάρτης του Λούρμαν.

Όπως προαναφέρθηκε, ο music Indiana άρχισε να βουτά στα μουσικά κιτάπια και ανακάλυψε την απίστευτη ιστορία του τραγουδιού, που πέρασε λίγο από σαράντα κύματα να το πω; Θα το πω…

Το τραγούδι, λοιπόν, έγραψε ένας εκκεντρικός τύπος που φέρνει στον Χριστό (πιο πολύ στην -μάλλον αδιάφορη- βερσιόν Τζέρεμι Σίστο) αν τον δει κανείς εμφανισιακά – ξέρετε τα ξανθά μακριά μαλλιά, τα μούσια και η περιβολή.

p01bqynd

Αυτός ο τύπος ήταν γεννημένος στο Μπρούκλιν με το όνομα George Alexander Aberle. Όμως εκείνος το άλλαξε σε eden ahbez και συνήθιζε να το γράφει με μικρά, καθότι θεωρούσε ότι τα κεφαλαία είναι μόνο για τον Θεό.

Τον καιρό της σύνθεσης αυτού του γλυκού και συνάμα μυστηριακού τραγουδιού, που δικαιολογεί σαφέστατα τον τίτλο του -παιδί της φύσης-, ζούσε σε δάση και μέχρι τα 30 του είχε περπατήσει σχεδόν όλη την Αμερική, επιβιώνοντας με τρία δολάρια κάθε εβδομάδα και τρώγοντας μόνο λαχανικά. Το 1941 έφτασε σ το Λος Άντζελες, όπου ξεκίνησε να παίζει μουσική σε ένα εστιατόριο ωμοφαγίας, το Eutropheon.

Το Nature Boy αποτελεί μία μίξη αυτοβιογραφικών με πνευματικά στοιχεία. Ο στίχος «strange, enchanted boy» στην αρχή του κομματιού είναι μία σαφής αναφορά στο άτομό του, ενώ η καταληκτική του φράση: «The greatest thing you’ll ever learn, is just to love and be loved in return» είναι ένα ηθικό καθήκον, κατά τον ίδιο.

Ωστόσο, αυτό το «ευγενικό» τραγούδι πέρασε διά πυρός και σιδήρου, καθώς έγινε στόχος διώξεων και φανατισμού.

Ο ahbez ήταν μέλος ενός κινήματος χίπηδων, οι ακόλουθοι του οποίου ήταν γνωστοί ως Nature Boys. Ήταν επηρεασμένοι από τη φιλοσοφία των Naturmensch και Lebensreform που αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη, ωστόσο (το κίνημα) εμφανίστηκε στην Αμερική της δεκαετίας του 1940 και ο ahbez θεωρήθηκε τρελός.

«Δείχνω τρελός, αλλά δεν είμαι. Και το αστείο είναι ότι άλλοι που δεν φαίνονται τρελοί, είναι» είχε πει στο Life magazine το 1948.

Κάποια στιγμή γνώρισε τον μάνατζερ του Νατ Κινγκ Κόουλ, Μορτ Ράμπι. Του έδωσε τυλιγμένο σε ρολό το χειρόγραφο με το τραγούδι με σκοπό να φτάσει στον Κόουλ.

Κάτι που τελικά έγινε, αλλά τα πράγματα δεν φάνηκε να πήγαν, όπως θα ήθελε. Ο Κόουλ δεν ήταν και πολύ θετικός στο να το συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό του, καθώς θύμιζε γνωστή εβραϊκή μελωδία στην παρτιτούρα.

Παρόλα αυτά το ερμήνευσε μερικές φορές, ωστόσο για να το ηχογραφήσει χρειαζόταν η άδεια του ahbez για να κατοχυρωθεί η πνευματική ιδιοκτησία. Έτσι ξεκίνησε μία αναζήτηση για τον εντοπισμό του Αχμπεζ, τον οποίο βρήκαν να έχει κατασκηνώσει κάτω από το ένα «L» της γνωστής πινακίδας Hollywood που όλοι ξέρουμε πάνω στο βουναλάκι.

Τον Αύγουστο του 1947 ο Κόουλ ηχογράφησε το «Nature Boy» σε συνεργασία με την Capitol. Αρχικά η εταιρεία το είχε κυκλοφορήσει στη b-side, σαν δευτερεύον δηλαδή τραγούδι και το είχε λίγο στην απέξω. Όταν όμως η Αμερικανική Ομοσπονδία Μουσικών ξεκίνησε μια μακρά διαμάχη απαγορεύοντας τις ορχηστρικές ηχογραφήσεις, ξαναβγήκε στο προσκήνιο αφού οι εταιρείες εξαναγκάστηκαν να δουλέψουν πάνω σε κομμάτια που είχαν ήδη στο «τσουβάλι».

Συνεπώς, η «παρατημένη» βερσιόν του Nature Boy του Κόουλ πήρε τη ρεβάνς τον Μάρτιο του 1948, σαρώνοντας τις πωλήσεις, που ξεπέρασαν το 1 εκατομμύριο και απογείωσαν τη σόλο καριέρα της μεγάλης φωνής της τζαζ.

Το τραγούδι, ατύπως, έκανε διασημότητα και τον Άχμπεζ. Σε μία συνέντευξή του το 1948 στη ραδιοφωνική εκπομπή «We the People» στο Σικάγο είχε τονίσει χαρακτηριστικά: Γεννήθηκα με μία λατρεία για τη φύση και γεννήθηκα με την επιθυμία να γνωρίσω τον Θεό»

Οι μπελάδες όμως για το «Αγόρι» δεν σταμάτησαν εκεί. Ο συνθέτης Χέρμαν Γιαμπολόκοφ κατηγόρησε τον Άχμπεζ για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, λόγω της ομοιότητας της μελωδίας με το «Shvayg Mayn Harts» (“Be Still My Heart”). Παρά το γεγονός ότι ο Άχμπεζ ισχυρίστηκε ότι η μελωδία του ήρθε όταν ζούσε στα βουνά της Καλιφόρνια, η υπόθεση πήρε τη δικαστική οδό.

Την ίδια στιγμή ο Κόουλ έπρεπε να φορά λευκό μακιγιάζ, ώστε να ερμηνεύει το τραγούδι σε τηλεοπτικές εμφανίσεις, ενώ έξω από το καινούριο σπίτι του στη γειτονιά των λευκών του Λος Άντζελες έστηναν σταυρούς που καίγονταν.

Όμως, η εκδοχή αυτή του Nature Boy ήταν μία γέφυρα για τη ρατσιστικά διχασμένη Αμερική, κάτι που αναγνωρίστηκε με μεταγενέστερες εκτελέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της ορχηστρικής στο άλμπουμ – αφιέρωμα του Μάρβιν Γκέι στον Νατ Κινγκ Κόουλ (1965) αλλά και την σόουλ εκδοχή στον δίσκο Flight του Τζορτζ Μπένσον, το 1977.

Άλλοι πάλι επέλεξαν το Nature Boy για την εμπορικότητά του. Ο Φρανκ Σινάτρα έκανε μία επιτυχία συνοδεία χορωδίας, ο Μπόμπι Ντάριν σκαρφάλωσε με αυτό στα τσαρτς το 1961, ενώ η βρετανική funk μπάντα Central Line έπιασε κορυφή στο Top of the Pops του BBC το 1983.

Στις πιο σύγχρονες εκδοχές του οι δύο απογειωτικές ερμηνείες του Ντέιβιντ Μπάουι στο soundtrack της ταινίας του Μπαζ Λούρμαν «Moulin Rouge» (2001), μία σόλο και μία με τους Massive Attack κέρδισαν την καρδιά των τελευταίων τον Μποέμ και όχι μόνο που λάτρεψαν την ταινία και το «παράξενο, περιπλανώμενο αγόρι που διδάσκει ότι το πιο σπουδαίο πράγμα είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι».

ΥΓ. Αφιερωμένο… σε αυτά τα μυστήρια, πλάσματα, που εμφανίζονται μία μαγική ημέρα στο δρόμο σου και μιλώντας για τρελούς και βασιλιάδες, φτάνεις στην ουσία του τελευταίου δίστιχου

Χίλιες φορές το ίδιο μακό…

header_vkpyc2

Σίγουρα θυμάστε εκείνο το παλιό τραγούδι που οι στίχοι του στο ρεφρέν έλεγαν «για κανέναν δεν σηκώνω τώρα πια το ακουστικό»;  («Με το ίδιο μακό» λέγεται, μην μας περάσουν και για ανίδεους) Ε, αυτό το τραγουδάκι, κάπου 27 χρόνια μετά έχει πρακτική εφαρμογή.

Θα αναρωτηθεί κανείς, πού και πώς βρίσκει εφαρμογή… Και βασική εφαρμογή βρίσκει στο πολύπαθο, διαπροσωπικό μας περιβάλλον.

Ο κόσμος τριγύρω έχει σαλτάρει πολύπλευρα. Άλλοι κλείνονται στα καβούκια τους, άλλοι βολεύονται στη σιγουριά τους κι ας είναι διπλά εγκλωβισμένοι σε καταστάσεις που είναι τόσο «εμφανισιακά», όσο και ουσιαστικά αδιέξοδες, άλλοι είναι ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κ@@@ος μας και γενικότερα η  έννοια του φυσιολογικού ανθρώπου, ανεξαρτήτως φύλου, είναι είδος υπό εξαφάνιση.

Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς βασιλεύει η βλακεία (ανίκητη, ανίκητη), το αδιέξοδο, το εφήμερο, το ψυχαναγκαστικό, η ανασφάλεια («έλα μωρέ πού να μπλέκω τώρα», «ωχ τώρα πάλι τα ίδια;» «Και πού να αρχίζω από την αρχή;» και άλλα τέτοια μοσχομυρωδάτα).  Το παρόν ισχύει σε πολλές εκφάνσεις της ζωής, πόσο μάλλον στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, είτε φιλικές, είτε από τις άλλες που μας κάνουν το βίο αβίωτο, με την καλή και την κακή -ενίοτε- έννοια.

Φυσικά, όλο αυτό που περιγράφω εξαρτάται και από τα κριτήρια του καθενός στο τι θεωρεί φυσιολογικό. Κάτι που για τον έναν είναι νορμάλ, για τον άλλον μπορεί να είναι καθ’ όλα απορριπτέο.

Ωστόσο, υπάρχουν κάποια στανταράκια που, ε, όπως και να ‘χει, τα λαμβάνεις υπόψη ως έναν γενικό κανόνα για να ξεκινήσεις από κάπου. Δεν μπορεί, πχ, να θεωρηθεί φυσιολογικός ένας που κυκλοφορεί στο Σύνταγμα, φορώντας το βρακί του στο κεφάλι. Αναμφιβόλως, κάπου έχει λασκάρει η βίδα. Αυτό, βεβαίως, είναι ένα κραυγαλέο παράδειγμα, αλλά πολλά έχουν δει τα μάτια μας, οπότε ποτέ μη λες ποτέ.

Η μεγαλύτερη μ#@$^&*, πάντως, είναι να έχεις εντοπίσει αυτό που λέμε ότι έχει το πακετάκι -όπως προαναφέρθηκε με τα προσωπικά κριτήρια του καθενός και στο πλαίσιο μίας άλφα κανονικότητας- και σου ταιριάζει γάντι. Όμως, έχεις να λογαριάσεις με έναν τρισμέγιστο καραγκιοζάκο: το timing. Ναι, φίλοι μου, αυτός ο άτιμος τζαναμπέτης που τα κάνει όλα ρόιδο.

Και τον λέω τζαναμπέτη και καραγκιοζάκο, γιατί ως επί το πλείστον είναι… λάθος! Σε συνδυασμό και με τις άλλες τιτανοτεράστιες επιλογές που περιγράφηκαν παραπάνω, «κλάφτα Χαράλαμπε». Φτάνεις στο σημείο να προτιμάς να μείνεις μονάχος στο παρόν σου και να μην σηκώσεις για κανέναν το ακουστικό… Δεν λέει. Κι αν είναι να σκάσεις στα γέλια από την περίσσεια χαζομάρα του διπλανού σου, κάτι πάει κι έρχεται, αν φας φόλα… Μη σου τύχει.

Οπότε καλύτερα φόρα το ίδιο μακό και περιπάτει…

Μια και το μολογήσαμε ας θυμηθούμε και το τραγουδάκι!

 

Μαστιγιές από σιωπές και λόγια…

 

art-1838374_960_720

Είναι κάποιες φορές να απορείς με τον ίδιο σου τον εαυτό. Φέρεσαι μαλακωδέστατα για να ικανοποιήσεις τον εγωισμό σου. Νιώθεις -δικαίως ή αδίκως- πληγωμένος κι αυτός ο εγωισμός είναι που σε κάνει να πληγώσεις εσύ με τη σειρά σου για να πάρεις το αίμα σου πίσω.

Χτυπάς πιο βίαια από όσο σε χτύπησαν. Με το σαρκαστικό μειδίαμα ενός σαδιστή, ενός ανηλεούς βασανιστή αποζητάς να προκαλέσεις τον μεγαλύτερο πόνο. Κι αυτός επιτυγχάνεται με δύο μαστίγια: των λέξεων και της σιωπής. Το ένα πιο σκληρό από το άλλο. Και τα δύο ξεσκίζουν ξεσκίζουν σάρκες με μανία.

Πρώτα βγάζεις το μαστίγιο των λέξεων. Οι ουρές του γεμάτες καρφιά που μπήγονται στο δέρμα και του νου και της καρδιάς. Ο πόνος αφόρητος. Τίποτα δεν μπορεί να τον απαλύνει. Η κάθε λέξη ένα καρφί κι αυτή που ακολουθεί το αλάτι στην πληγή που σε κάνει να τινάζεσαι στον αέρα. Τα μάτια δακρύζουν ανεξέλεγκτα. Ακόμη κι αν σφίξεις τα δόντια για να αντέξεις, αυτά αυθόρμητα «τρέχουν» ποτάμι. Αίμα και δάκρυ.

Κι ύστερα η σιωπή. Το δεύτερο μαστίγιο, το δεύτερο μαρτύριο. Μοιάζει με λύτρωση, αλλά δεν είναι. Το δικό της μαστίγιο, ακόμη και αν δεν έχει καρφιά, έχει αγκάθια, που βρίσκουν χώρο να χωθούν στις ήδη ανοιχτές πληγές. Κυρίως, του μυαλού. Είναι αυτή που τρελαίνει,  φέρνει σε δίνη, η ψυχεδέλεια, ο ίλιγγος αυτός, με τον συνεχόμενο, συριστικό ήχο που σε πετάει στη χαράδρα της παράνοιας και ικετεύεις να σταματήσει.

Όταν πια σταματήσει, έχει αφήσει τον έναν με τα χέρια ματωμένα και τον άλλον, σημαδεμένο, εξαντλημένο, μισολιπόθυμο, αν όχι νεκρό.

Κι αμφότεροι γνωρίζουν ότι νικητής δεν υπάρχει….

Ξημέρωμα 23ης Απριλίου… τότε

1

Είχε ξημερώσει 23 Απριλίου. Φαινομενικά μία μέρα ηλιόλουστη, καθώς ήδη είχε αρχίσει να πιάνει ζέστη. Άντε να είχε λίγο παραπάνω αεράκι για να θυμίζει ότι δεν είχε περάσει η άνοιξη.

Στις 7.30 το πρωί είχε ακόμη ψύχρα κι ένα ζακετάκι ήταν ό,τι έπρεπε για να νιώθεις καλά. Όσο να πεις, ένα τρέμουλο υπήρχε, κακά τα ψέματα.

Ένα πρωινό που δεν έμοιαζε με όλα τα υπόλοιπα, το πλέον βέβαιο.  Ήταν το πρωινό της  περισυλλογής του μονομάχου, λίγο πριν βγει στην αρένα να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του.  Η ώρα της προετοιμασίας, της αυτοσυγκέντρωσης, της προσευχής ενίοτε, καθώς ένας μονομάχος γνωρίζει ότι ανά πάσα στιγμή ο αντίπαλός του μπορεί να τον νικήσει, μπήγοντάς του το σπαθί κατάστηθα. Όμως, η βασική αρχή του καλού πολεμιστή είναι να μην λιγοψυχεί.

Ήταν το πρωινό της απόλυτης μοναξιάς και συνάμα της απόλυτης δύναμης. Ο χώρος ψυχρός και άχρωμος. Μόνο ένα ρολόι υπήρχε να προδίδει τη ζωή, καθώς κινούνταν ο δείκτης του δευτερολέπτου. Μετά από λίγο χάθηκε κι αυτός. Έπεσε σκοτάδι και ησυχία, σαν να σταμάτησε ο χρόνος.

Δεν είχε σταματήσει, όμως,  Το ρολόι εμφανίστηκε ξανά στον τοίχο και ο δείκτης κινούνταν ξανά από δεξιά προς τα αριστερά στο γνωστό τέμπο. Τακ… τακ… τακ… Είχε περάσει μισή ώρα με σαράντα λεπτά.

Ο χώρος δεν ήταν ο ίδιος. Και προ παντός όχι άδειος. Υπήρχαν παντού πρόσωπα, πολλά και διάφορα. Πρόσωπα μουδιασμένα, άλλα χαμογελαστά, άλλα με αποτυπωμένη την αγωνία πάνω τους και άλλα με τη θλίψη. Κοιτάς γύρω γύρω και προσπαθείς να καταλάβεις ποιο από αυτά είναι το δικό σου, σε ποιους ανήκεις.

Η θολούρα της μάχης κάνει το μυαλό να δυσκολευτεί για λίγο. Σίγουρα ανήκεις στους μουδιασμένους μέχρι να ξεκαθαρίσει η εικόνα μπροστά σου. Ίσως να χρειάστηκε και λίγη βοήθεια. Όχι πολύ, δυο – τρεις κουβέντες.

Εν τέλει, είναι ακόμη πρωί 23ης Απριλίου, έχει ήλιο κι αεράκι. Ανήκεις στους χαμογελαστούς…

 

 

 

 

 

Μια απόφαση χρειάζεσαι…

1_S-foGi20Rx0y_yABkZFLlQ

Κάποιος, κάπου κάποτε, σε μία δύσκολη φάση ζωής, μού είχε δώσει την καλύτερη συμβουλή που θα μπορούσαν να μου έχουν δώσει ποτέ, λέγοντάς μου μόνο έναν στίχο: «Μια απόφαση χρειάζεσαι και μην πολυπαραμυθιάζεσαι». Καθόλου τυχαίο, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο στίχος ανήκει στον μεγάλο Άσιμο.

Εν πάση περιπτώσει, δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα είναι πώς παίρνεις την όποια απόφαση. Δεν χρειάζεται πολλή σκέψη, παρά μόνο δύο-τρία σημαδάκια που θα σε κάνουν να ξανασκεφτείς, είτε να μείνεις, είτε να φύγεις, από την όποια κατάσταση σε έχει φέρει σε δίλημμα. Και τα διλήμματα είναι χαμένος χρόνος. Δεν χρειάζεται να διϋλίζεις τον κώνωπα. Ένα κι ένα ίσον δύο. Απλά μαθηματικά.

Όταν τα σημάδια σου λένε να μείνεις, ακόμη κι αν η  κατάσταση θέλει προσπάθεια, μένεις. Μένεις να αγωνιστείς για αυτό που θέλεις να κατακτήσεις, αυτό που αγαπάς, ό,τι κι αν είναι. Να δώσεις ψυχή, σώμα, να φτύσεις αίμα.

Μην φοβάσαι να τραυματιστείς, Αλλιώς δεν έχει νόημα η μάχη. Οι πληγές πάντα επουλώνονται, έστω κι αν μείνουν ουλές. Κι εκείνες έχουν τη σημασία τους. Τη σημασία του να μας θυμίζουν γιατί πολεμήσαμε, ακόμη και αν η μάχη τελικά χαθεί.

Όταν, όμως, οι πινακίδες στο δρόμο που βαδίζεις σου δείχνουν αδιέξοδο, γνωρίζεις ότι θα βρεις τοίχο. Στην καλύτερη να βρεις την αυλή ενός σπιτιού. Αλλά θα μπεις στο σπίτι ενός αγνώστου; Όχι! Αν παραβλέψεις τις πινακίδες και φτάσεις στο αδιέξοδο, αναγκαστικά παίρνεις στροφή και φεύγεις. Δεν είναι λιποταξία, είναι θάρρος να αποφύγεις να χτυπήσεις στα τούβλα. Αναλογίζεσαι γιατί έκανες όλο αυτόν τον δρόμο, ενώ οι ταμπέλες «ούρλιαζαν».

Η μόνη απάντηση είναι ότι οι άτιμες αυτές πινακίδες, «εμφανίζονται» μερικά μέτρα πριν φτάσεις στο αδιέξοδο, μερικά μέτρα πριν τον τοίχο. Εάν σ’ αυτό μπορεί να βρει κανείς μία ρανίδα θετικής πλευράς είναι να ζωγραφίσεις πάνω στον γκρίζο τοίχο ή να τον βάψεις, αν είναι βρόμικος. Και μόλις τελειώσεις, φεύγεις.

Δεν υπάρχει άλλη λύση, καθώς δεν υπάρχει δρόμος που να περνά μέσα από τον τοίχο. Αυτά γίνονται μόνο στα παραμύθια με τις νεράιδες και τα ξωτικά. Πρέπει να πάρεις την απόφαση ότι δεν υπάρχει και άλλος χώρος να ζωγραφίσεις. Το αποφασίζεις. Ρίχνεις μια ματιά σε ό,τι όμορφο άφησες πάνω του και φεύγεις.

Με μία στροφή…