Το μυστηριώδες κίτρινο: Μία «σκοτεινή» ιστορία πίσω από το πιο λαμπερό χρώμα

starrynight_2
Έναστρη Νύχτα (Βίνσεντ Βαν Γκογκ)

 

Στα δύο χρόνια σχεδόν που πέρασα στο δυναμικό του Πρώτου Θέματος μέσα στον αλαλαγμό της ροής του διαδικτύου, λίγος χρόνος υπήρχε να φτιάξεις τα δικά σου θέματα, αυτά που τέλος πάντων γούσταρες.

Σε μία κρίση τηλεπάθειας με έναν εκ των αρχισυντακτών μου που έτυχε να διαβάζουμε ταυτοχρόνως το ίδιο θέμα -χωρίς να ξέρει ο ένας τι διαβάζει ο άλλος- γεννήθηκε το παρακάτω που έχει για μένα μία ευαίσθητη σημειολογία: το κίτρινο είναι το αγαπημένο μου χρώμα.

Αυτό το κείμενο ήθελα να το αναδημοσιεύσω εδώ, όπως ακριβώς γράφτηκε. Με το ίδιο μεράκι και την ίδια αγάπη!

Είναι το πιο φωτεινό από όλα τα χρώματα και εκείνο που το αισθητήριο της όρασης εντοπίζει αστραπιαία. Είναι το χρώμα που τραβά την προσοχή για αυτό και οι περισσότερες προειδοποιητικές πινακίδες είναι κίτρινες. Είναι όμως και το χρώμα της αισιοδοξίας και της δημιουργικότητας. Από την αρχαιότητα ακόμα συμβολίζει τον ήλιο, ενώ ενσαρκώνει τον χρυσό, την αίγλη, τη δόξα και τον πλούτο.

Η ιστορία του, όμως, κυρίως στις καλλιτεχνικές του αποτυπώσεις ανά τους αιώνες, έχει πτυχές που το έχουν κατατάξει σε μία βάρβαρη λίστα. Έγινε το σύμβολο της δειλίας και του μίσους στα μέσα του 19ου αιώνα και  ήταν το χρώμα που χρησιμοποιούσαν οι καλλιτέχνες του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης για να απεικονίσουν τον Ιούδα Ισκαριώτη, ο οποίος με ένα φιλί πρόδωσε τον Χριστό, οδηγώντας τον στο μαρτύριο της σταύρωσης.

Ένα παθιασμένο κίτρινο, είναι επίσης το χρώμα, με το οποίο το μυστηριώδες χέρι στον πίνακα του Ρέμπραντ «Η Γιορτή του Βαλτάζαρ» (1635-38) χαράσσει με εβραϊκά γράμματα στους τοίχους της αίθουσας συμποσίου, το μήνυμα προς τον πρίγκιπα της Βαβυλώνας, Βαλτάζαρ ότι η αυτοκρατορία του καταρρέει, ενώ οι καλεσμένοι κοιτούν έκπληκτοι. Για την ιστορία του έργου, οι λέξεις σήμαιναν «ο θεός μέτρησε τις μέρες της βασιλείας σου, ζυγίστηκες και βρέθηκες ελλιπής, το βασίλειό σου διαιρέθηκε και δόθηκε στους Μήδους και τους Πέρσες».

Belshazzars_Feast
«Γιορτή του Βαλτάζαρ» (Ρέμπραντ)

Εάν, λοιπόν, πιστέψουμε έναν από τους θρύλους για το χρώμα, μερικές από τις πιο αξιοσημείωτες περιπτώσεις χρήσης του κίτρινου στην ιστορία της τέχνης -από τις υπερβατικές λάμψεις στα λαμπερά τοπία του ρομαντικού ζωγράφου, Τζόζεφ Μάλροντ Ουίλιαμ Τένερ μέχρι την «μουσικότητα» των σπειροεδιών αστερισμών του Βαν Γκογκ – έχουν τις ρίζες τους σε μία βάρβαρη πρακτική, καθώς λέγεται ότι η μπογιά ήταν κατασκευασμένα από άρρωστα ούρα υποσιτισμένων αγελάδων.

Τα ούρα βοοειδών που αναγκάζονταν να τρέφονται με φύλλα μάνγκου στην πόλη Monghyr της Βεγγάλης στην Ινδίας, τα τοποθετούσαν σε πήλινα δοχεία και δημιουργούσαν κάτι σαν σιρόπι πάνω από μία φωτιά. Λέγεται ότι φιλτραριζόταν, στέγνωνε και μετατρεπόταν σε χρωστική που ονομαζόταν «piuri» και στη συνέχεια την πωλούσαν σε καλλιτέχνες. Αυτές οι κίτρινες, αλευρώδεις -σαν κιμωλία- σφαίρες που βρίσκονταν στην παλέτα κάθε καλλιτέχνη, από τον Τέρνερ, τον Βερμέερ και τον Βαν Γκογκ, προσέδιδαν μία λαμπερή, κίτρινη φωτεινότητα στους εμβληματικούς καμβάδες τους.

Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός

Με την κατηγορία ότι ήταν προϊόν κακοποίησης, καθώς η διατροφή των βοοειδών μόνο με φύλλα μάνγκο είχε θεωρηθεί θρεπτικά ανεπαρκής, το «ινδικό κίτρινο», όπως είχε ονομαστεί η συγκεκριμένη απόχρωση, απαγορεύτηκε. Απομεινάρια του λαμπυρίζουν με μία δριμύτητα στους τοίχους των μουσείων όλου του κόσμου. Όταν βλέπει κανείς έναν τέτοιο «αναβρασμό» χρωμάτων στα αριστουργήματα «The Angel Standing in the Sun» (1889) του Τέρνερ και την «Έναστρη Νύχτα» (1889) του Βαν Γκογκ, φαίνεται ότι παίρνουν μία διαφορετική λάμψη, παρά το γεγονός ότι βρίθει καταλοίπων εκείνης της «βιαιότητας».

turner
«The Angel Standing in the Sun» (Ουίλιαμ Τέρνερ)

Χωρίς να θεωρείται μεταφορικά μία εσωτερική αναταραχή, τα σπειροειδή αστέρια του Βαν Γκογκ, που φιλοτεχνήθηκαν ένα μήνα αφότου ο Ολλανδός καλλιτέχνης ζήτησε τον εγκλεισμό του στο άσυλο Σεν Πολ του Σεν Ρεμί της Προβηγκίας, το Μάιο του 1889, «τύφλωναν» με αυτήν την πονεμένη κίτρινη ακτινοβολία τους.

Την ίδια στιγμή, οι κίτρινες βιβλικές λαμπερές απεικονίσεις, όπως του Αδάμ, της Εύας, του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, του οποίου το πύρινο ξίφος προοιωνίζει την Ημέρα της Κρίσης, απορροφούνταν μέσα σε μία υγρή ατμόσφαιρα ούρων. Και ο «Άγγελος» του Τέρνερ – το αριστούργημα με τις συζεύξεις του κίτρινου και φαινομενικά «πηγμένου» στη χρωστική- φαίνεται να κάνει ακριβώς αυτό. Ορισμένοι θαυμαστές του έργου του Τέρνερ μπορεί να διαφωνούν σε μία ανάγνωση που το βυθίζει χωρίς να χρειάζεται, στα περιττώματα. Όμως υπάρχει περισσότερο κατάλληλη αύρα για ένα έργο που οραματίζεται τους τελευταίους σπασμούς ενός σπιλωμένου κόσμου που έχει παραχθεί από σωματικά περιττώματα;

Η ζωγραφική του Τέρνερ προβάλλει, τελικά, μία πνευματική απόρριψη της μηδαμινότητας αυτού του κόσμου, μία απελευθέρωση. Ζωγραφισμένοι από συμπιεσμένα αποξηραμένα ούρα, οι καμβάδες του Τέρνερ – που σύμφωνα με κάποιους κριτικούς υποφέρουν από “κίτρινο πυρετό”- θεωρήθηκαν οι πρόγονοι του έργου του Αμερικανού καλλιτέχνη, Αντρές Σερράνο «Piss Christ», ένα αμφιλεγόμενο δημιούργημα που απεικονίζει τη σταύρωση βυθισμένη σε ένα πλαστικό δοχείο με τα ούρα του φωτογράφου.

Piss_Christ_by_Serrano_Andres_
Piss Christ (Αντρές Σερράνο)

Το έργο αυτό, το οποίο κινήθηκε στη διαχωριστική γραμμή μεταξύ βλασφημίας και ομορφιάς, ιερότητας και ιεροσυλίας, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κόλπους της συντηρητικής Γερουσίας των ΗΠΑ, όταν εκτέθηκε το 1989. Μάλιστα, είχαν απειλήσει με διακοπή της χορηγίας που έδινε στον καλλιτέχνη την εγγύηση να συνεχίσει το έργο του, ενώ η προθήκη του στο χώρο έκθεσής του έγινε στόχος βανδαλισμού.

Στη Βρετανία, το Ινδικό Κίτρινο ήταν περισσότερο συνυφασμένο με το ηλιακό μεγαλείο των νεροχρωμάτων του Τέρνερ, αν και σήμερα θωρείται ότι ο Σερ Τζόσουα Ρέινολντς, μπορεί να είχε πειραματιστεί με αυτό πολλές δεκαετίες νωρίτερα, όταν ο Τένερ ήταν ακόμα παιδί. Μεταξύ των πιο γνωστών έργων του Ρέινολντς ήταν το «Age of Innocence» (1788), το οποίο απεικονίζει προφίλ ένα κοριτσάκι να κάθεται σε έναν άσπιλο παράδεισο και εμφανίζεται μάλλον λιγότερο ξέγνοιαστο σε σχέση με την καμαρωτή όψη του, δεδομένου ότι το λαμπερό δέρμα της έχει φιλοτεχνηθεί με κίτρινο χρώμα από βόεια ούρα.

Ο Ρέινολντς λέγεται ότι είχε αποκτήσει ένα δείγμα της χρωστικής ουσίας από τον λιγότερο γνωστό Σκωτσέζο ζωγράφο, Τσαρλς Σμιθ, ο οποίος είχε επιστρέψει τότε από την Ινδία. Μάλλον, είναι ένα αρκετά λαμπερό πορτρέτο αναλογιζόμενος κανείς, ότι το θέμα του, που έγινε σύμβολο της αγνότητας, είναι «ποτισμένο» με ούρα αγελάδας.

Reynolds
«Age of Innocence» (Τζόσουα Ρέινολντς)

Και δεν σταματά εδώ. Το ινδικό κίτρινο είχε βάλει σε… μπελάδες και την αθωότητα στον πίνακα – αποθέωση της παιδικότητας «Carnation, Lily, Lily, Rose» (1885) του Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ. Το έργο απεικονίζει μικρά κοριτσάκια που κρατούν φαναράκια σε έναν κήπο της Αγγλίας στο τέλος του καλοκαιριού. Ο Σάρτζεντ ήταν αποφασισμένος να αναζωπυρώσει την μαγεία της στιγμής με τη βοήθεια των δύο θυγατέρων φίλου του που τις χρησιμοποίησε ως μοντέλα.

Με μία ιμπρεσιονιστική προσέγγιση, που την εποχή εκείνη είχε κερδίσει έδαφος στη Γαλλία, ο Σάρτζεντ εργάστηκε σε εξωτερικό χώρο, αλλά έδωσε μάχη για να απεικονίσει πειστικά το ημίφως του ήλιου κατά το σούρουπο που αντανακλάται στα φαναράκια. Στο τέλος, τα κατάφερε μόνο με ινδικό κίτρινο αναμεμειγμένο με άλλες χρωστικές, όπως κόκκινο, πορτοκαλί του πλανήτη Άρη (Mars red/orange) και κίτρινη ώχρα (Mars yellow), δημιουργώντας μία τέτοια λαμπερή γοητεία.

John_Singer_Sargent
“Carnation, Lily, Lily, Rose” (Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ)

Αριστουργήματα από… μάνγκο

Από τη στιγμή που ο Σάρτζεντ άρχισε να φιλοτεχνεί τον πίνακα «Carnation, Lily, Lily, Rose» είχε αρχίσει να ξεσπά μία ανησυχία στους καλλιτεχνικούς κύκλους για την προέλευση του ινδικού κίτρινου. Σύμφωνα με τις αρχικές φήμες, η μυστική ουσία θεωρείτο τα ούρα φιδιού. Άλλοι πάλι, υποπτεύονταν, ότι ήταν μία σιροποειδής ουσία από αφυδατωμένες καμήλες.

Όταν όμως ο διευθυντής του Kew Gardens, Τζόζεφ Χούκερ, παρήγγειλε μία έρευνα για το θέμα, ο T.N.Mukharji, επιμελητής του Ινδικού Μουσείου της Καλκούτας, συνέταξε μία έκθεση την οποία παρουσίασε στη Society of Arts του Λονδίνου τον Αύγουστο του 1883, ισχυριζόμενος ότι βρήκε την πρωταρχική ουσία στα περιττώματα βοοειδών που εκτρέφονταν με φύλλα μάνγκο, και τα οποία ήταν αυτά που ενίσχυαν το κίτρινο χρώμα στα ούρα.

Όπως είχε αναφέρει ο Mukharji, τα ζώα έδειχναν πολύ άρρωστα. Αν και πέρασαν 25 χρόνια μέχρι να τεθεί εκτός νόμου αυτή η διαδικασία στη Βεγγάλη και να εγκαταλειφθεί η χρήση της στην Ευρώπη με αντικατάστασή της από συνθετικές χρωστικές, το διπλό πορτρέτο του Σάρτζεντ και η Έναστρη Νύχτα του Βαν Γκογκ, δημιουργήθηκαν αρκετά χρόνια μετά και είναι ανάμεσα στα τελευταία αριστουργήματα, η αύρα των οποίων βασίζεται στο ινδικό κίτρινο. Ένα χρώμα που η φωτεινότητά του μπορεί να παρήλθε, ωστόσο σαν ιστορία από μόνη της, δεν πρόκειται να ξεθωριάσει ποτέ.

 

*Η αρχική δημοσίευση του κειμένου στο Πρώτο Θέμα

Advertisements

Πώς το… Radio σκ@τ@ έγινε το θρυλικό «Radio GaGa»

fr.PNG

Όταν κανείς φέρνει στο μυαλό του τους Queen, θυμάται και σιγοψιθυρίζει δεκάδες αθάνατα τραγούδια που ερμήνευσε μοναδικά το συγκρότημα με τον ασύλληπτο Freddie Mercury.

Από το “Bohemian Rhapsody,” το “Love of My Life” και το “We are the Champions” μέχρι το “Another One Bites the Dust”, “I want to break free”, αλλά και το all time classic με τον μυστήριο για πολλούς “Radio Ga Ga,” λόγω του -τι θέλει να πει ο ποιητής-τίτλου του.

Ας πάρουμε, όμως τα πράγματα από την αρχή. Το τραγούδι συνέθεσε εξ ολοκλήρου ο ντράμερ του συγκροτήματος Ρότζερ Τέιλορ, για να εκφράσει την απέχθειά του για το πώς έτεινε να εξελιχθεί το ραδιόφωνο. Οι αρχικοί στίχοι του κομματιού ήταν μία ξεκάθαρη στόχευση στο πόσο εμπορευματοποιημένο γινόταν το ραδιόφωνο και πόσο λίγη αξία έδινε στην πραγματική μουσική

Κανονικά, ο τίτλος ήταν Radio Ca-ca, και όπου ca-ca είναι αυτό που λένε και τα μωράκια για τα κακάκια τους. Την έμπνευση στον Τέιλορ έδωσε ο γιος του, Φίλιξ Λούθερ, ο οποίος τότε ήταν τριών ετών. Ωστόσο, τα υπόλοιπα μέλη των Queen αφού άκουσαν το τραγούδι, δεν ήθελαν να κυκλοφορήσουν ένα τραγούδι που θα επιτίθεται στο δημοφιλέστερο μέσο ενημέρωσης της εποχής, που ήταν το ραδιόφωνο.

Έτσι, λοιπόν, ο Ρότζερ αναγκάστηκε να αλλάξει τους στίχους, έπειτα από την απαίτηση των υπολοίπων και οι στίχοι έχουν όπως τους ξέρουμε σήμερα.

Η ολοκληρωτική αλλαγή σε “Radio Ga Ga” είναι τώρα η λατρεία του ραδιοφώνου και πώς ο τραγουδιστής το αγαπά ακόμη, την ώρα που η τηλεόραση αρχίζει σιγά σιγά να κερδίζει έδαφος.

Στην πρώτη στροφή του τραγουδιού ο τραγουδιστής αναφέρεται σε αυτήν την απίστευτη συσκευή που έχει προκαλέσει τόσο χάος, αλλά και τόσες ευκαιρίες σε όλον τον κόσμο. Το ραδιόφωνο ήταν η βασική πηγή ενημέρωσης και διασκέδασης στην υφήλιο.

Εφευρέθηκε το 1895, ενώ η τηλεόραση το 1927. Συνεπώς, τον καιρό που γράφτηκε το 1984 η τηλεόραση είχε αρχίσει να ανεβαίνει, την ώρα που το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού των δεκαετιών ’70 και ’80 είχε μεγαλώσει με ραδιόφωνο, παρά με τηλεόραση.

Ο Ρότζερ Τέιλορ είχε πει πως στην εφηβεία του το ραδιόφωνο ήταν αυτό που του έκανε «παρέα». Είχε, επίσης, παραδεχθεί, πώς ό,τι είχε μάθει γύρω από τη μουσική, αλλά και γενικότερα τον κόσμο, ήταν μέσω του ραδιοφώνου. Αυτό φέρνει στα αυτιά των ακροατών καλή μουσική από το παρελθόν και ζωηρές ιστορίες, όπως  το διά χειρός Όρσον Γουέλς «Ο Πόλεμος των κόσμων», ένα δημοφιλές ραδιοφωνικό δράμα  που αναφερόταν στην εισβολή των Αρειανών στη Γη.

Ο Τέιλορ έγραψε για το πώς το ραδιόφωνο τους έκανε να νιώθουν χαρούμενοι και λυπημένοι, και να γελούν και να κλαίνε σε όλη τη ζωή τους. Ένιωθαν σαν να μπορούσαν να πετάξουν σε διαφορετικά μέρη και παραλλήλους.

Στην επόμενη στροφή πριν το ρεφρέν το ραδιόφωνο είναι στο peak του και έχει τη δύναμη να κινεί τον κόσμο. Όμως, σιγά σιγά αυτή η δύναμη φθίνει, καθώς η τηλεόραση αρχίζει να γίνεται περισσότερο δημοφιλής. Ωστόσο, οι Queen πιστεύουν ότι ακόμη υπάρχει χώρος για αυτό και αυτή η στιγμή είναι -πιθανότατα- ο 21ος αιώνας.

Η δεύτερη στροφή μας εξηγεί γιατί οι άνθρωποι τώρα αρχίζουν να απομακρύνονται από το ραδιόφωνο και στρέφονται στην τηλεόραση. Ο Τέιλορ λέει ότι τώρα μπορούσαν και να δουν τα μεγάλα αστέρια στην οθόνη παρά να τους ακούν μόνο. Η τηλεόραση είναι γεμάτη με περισσότερα σόου, ντοκιμαντέρ, μουσικά βίντεο, ειδήσεις. Εξηγεί, ακόμη, ότι πλέον οι άνθρωποι με την εισαγωγή της τηλεόρασης εστιάζουν και στα οπτικά ερεθίσματα, που είναι ακόμη ισχυρότερα από τα ακουστικά. Ακόμη κι αν ο στιχουργός αναρωτιέται πώς μπορεί η μουσική να έχει αλλάξει μέσα στο πέρασμα των χρόνων και να οπτικοποιείται στην τηλεόραση μέσω ενός βίντεο κλιπ.

Το ρεφρέν του Τέιλορ επισημαίνει ότι η ποιότητα του περιεχομένου έχει μειωθεί κατά πολύ. Λόγω της εμπορευματοποίησης και της προώθησης της hip μουσικής, το ραδιόφωνο είναι μία συνεχής επανάληψη των “ga ga” and “goo goo”.

Τελικά, ο τραγουδιστής ελπίζει ότι το ραδιόφωνο δεν θα ξεφτίσει στην ιστορία και δεν θα αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου από την τηλεόραση.

Σάρωσε τα charts

To κομμάτι συμπεριλήφθηκε στον δίσκο The Works, το 1984. Κυκλοφόρησε και ως single, το οποίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία μπαίνοντας σε πολλά charts ανά τον κόσμο, σκαρφαλώνοντας στο νούμερο 1 σε πολλά από αυτά όπως στο Βέλγιο, στη Φινλανδία, στην Ιρλανδία, στην Ολλανδία στην Πολωνία και στη Σουηδία.

Στα βρετανικά charts έφτασε έως το νούμερο 2, ενώ στα αμερικανικά Billboard Hot 100 στο νούμερο 16

Το κομμάτι θεωρείται ένα από τα πιο επιτυχημένα του σχήματος, φτάνοντας συνολικά σε 19 χώρες νούμερο 1 στον πίνακα των charts. Από τη στιγμή της κυκλοφορίας του το δεν έλειψε ποτέ από το ρεπερτόριο των Queen.

Μία από τις πιο αξιομνημόνευτες ερμηνείες θεωρείται αυτή του 1985 στο Live Aid, όπου οι Queen και ο Φρέντι έκλεψαν την παράσταση στα 20 λεπτά που έδωσαν την συναυλία της ζωής τους.

Για την προώθηση του κομματιού, μάλιστα, είχε κυκλοφορήσει και video clip, με τη σκηνοθετική υπογραφή του Ντέιβιντ Μάλετ και σκηνές από τον εξπρεσιονιστική ταινία του Φριτς Λανγκ, Metropolis (1927).

Το τραγούδι φαίνεται ότι επηρέασε και μεταγενέστερους καλλιτέχνες με την Στέφανι Τζοάν Αντζελίνα Τζερμανότα, τη γνωστή και μη εξαιρετέα Lady Gaga, να οφείλει το καλλιτεχνικό της όνομα στο θρυλικό τραγούδι, κάτι που έχει παραδεχθεί δημοσίως και η ίδια, ως λάτρης των Queen.

Το «Φιλί»: Οι «καταραμένοι» πίσω από το αριστούργημα του Ροντέν

The Kiss, marble, 1888-89, detail

Είναι ίσως μία από τις πιο ειλικρινείς και διάσημες φυσικά απεικονίσεις της σαρκικής αγάπης στην ιστορία της τέχνης: οι δύο μνημειώδεις γυμνές μαρμάρινες φιγούρες του Ωγκίστ Ροντέν, που ξεχειλίζουν από πάθος και δημιουργούν το διάσημο «Φιλί»

Με τα λεπτά, λαμπερά και εύκαμπτα σώματα, που αντανακλούν την αντίθεση με τον σκληρό βράχο, στον οποίο κάθονται, οι ερωτευμένοι του Ροντέν, εμφανίζονται αέναοι και εξιδανικευμένοι: μία οικουμενική αναπαράσταση του σεξουαλικού ξεμυαλίσματος, εμφανέστατου τοις πάσι.

Τρεις μαρμάρινες εκδοχές του αγάλματος δημιουργήθηκαν την εποχή του Ροντέν. Η πρώτη από αυτές φιλοξενείται στο Μουσείο Ροντέν στο Παρίσι.

Όμως, παρά το γεγονός ότι το Φιλί δείχνει καθ’όλα αισιόδοξο, απλό και ανέμελο, η ιστορία της δημιουργίας του έχει κάτι το (πολύ) σκοτεινό. Ποιος θα φανταζόταν ότι οι ερωτευμένοι του Ροντέν ήταν ένα… καταραμένο ζευγάρι της «Κόλασης» του Δάντη.

Οι ρίζες του αγάλματος χρονολογούνται από το 1880, όταν ο Ροντέν, γεννημένος σε μία συνοικία της εργατικής τάξης του Παρισιού, πλησίαζε τα 40. Μέχρι τότε ήταν ήδη καταξιωμένος. Εκείνη τη χρονιά του ανατέθηκε για πρώτη φορά από το γαλλικό κράτος να φιλοτεχνήσει μία μπρούτζινη διπλή πόρτα για ένα το νέο μουσείο Καλών Τεχνών.

Το πρoσχέδιο, που θα οδηγούσε τον γλύπτη στη σύνθεση του συμπλέγματος, αποτέλεσε ένα μέρος μια ανάγλυφης σύνθεσης σε μπρούτζινες πόρτες.

Ως θέμα του, την «Κόλαση» του Δάντη. Από την αρχή, σκέφτηκε να δημιουργήσει ένα ζευγάρι εραστών, το οποίο τοποθετήθηκε ένθετα στη μέση της αριστερής μπρούντζινης πόρτας του μουσείου. Ονομάστηκε Πίστη, και το σύμπλεγμα αντιπροσώπευε το παράνομο πάθος του Πάολο και της Φραντσέσκα, που εμφανίζονται στον δεύτερο κύκλο της «Κόλασης» του Δάντη, καταδικασμένοι στο αιώνιο μαρτύριο.

The Kiss 1901-4 by Auguste Rodin 1840-1917

Σύμφωνα με την πραγματική ιστορία του 13ου αιώνα, η Φραντσέσκα και ο Πάολο φιλιούνται ενώ κάθονται και διαβάζουν ιστορίες αγάπης. Όταν ο σύζυγος της Φραντσέσκα, που ήταν αδελφός του Πάολο, τους ανακαλύπτει, τους μαχαιρώνει μέχρι θανάτου.

Ο Ροντέν αποφάσισε να απεικονίσει τους δύο εραστές τη στιγμή του πρώτου τους φιλιού. Αν κοιτάξει κανείς από πιο κοντά το γλυπτό, μπορεί να δει το βιβλίο που γλιστρά από το αριστερό χέρι του άνδρα, που παραδίδεται στο πάθος του για την αγαπημένη του.

Τους ανύψωσε ως εμβληματικό σύμβολο του ρομαντισμού, του πάθους και της αγάπης και όχι της απιστίας.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1880, αν και τα σχέδια του νέου μουσείου ναυάγησαν, ο Ροντέν χρησιμοποίησε το χρόνο που είχε προσαρμόζοντας την ιδέα του και σμιλεύοντας το σκληρό υλικό του μαρμάρου.

Το έργο έμεινε μισοτελειωμένο για κάποιο διάστημα, καθώς ο γλύπτης είχε στρέψει αλλού την προσοχή του. Το 1898, τελικά αποφάσισε να το εκθέσει μαζί με το άγαλμα του διάσημου συγγραφέα Ονορέ ντε Μπαλζάκ.

Όταν το γλυπτό τελικά παρουσιάστηκε στο κοινό, αμέσως εντυπωσίασε και έπειτα δημιουργήθηκαν αλλά τρία παρόμοια γλυπτά από μπρούτζο σε διάφορα μεγέθη και πάνω από 300 διαφορετικά εκμαγεία, προκειμένου να αντιγραφεί το γλυπτό και με άλλα υλικά.

Το 1900 ένας Αμερικανός ομοφυλόφιλος συλλέκτης αρχαιοτήτων, ο Έντουαρντ Πέρι Γουόρεν, που ζούσε στο ανατολικό Σάσεξ, ζήτησε από τον Ροντέν μία ρέπλικα σε διαστάσεις μεγαλύτερες από τις ανθρώπινες και όσο το δυνατόν πιο σχηματισμένα τα γεννητικά όργανα του άνδρα. Και όλα αυτά φυσικά, έναντι αδράς αμοιβής που έφτανε τότε τα 20.000 γαλλικά φράγκα.

rod

Το ολοκληρωμένο αυτό κομμάτι παραδόθηκε το καλοκαίρι του 1904, όμως ήταν τόσο μεγάλο που δεν χωρούσε στο σπίτι του Γουόρεν και τελικά φιλοξενήθηκε σε έναν στάβλο!

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γουόρεν το δάνεισε στο δημαρχείο του Lewes, ωστόσο το έργο καλύφθηκε επιμελώς με ένα σεντόνι, ώστε να μην προκαλεί τα ήθη των ντόπιων κατοίκων αλλά και των στρατιωτών με την «προσβλητική» δήλωση των γυμνών σωμάτων των ερωτευμένων.

Τελικά, πολλά χρόνια μετά τον θάνατο του Γουόρεν (1928), το έργο καλωσορίστηκε στην συλλογή της Πινακοθήκης του Tate, το 1953.

Αν και κρύβει μέσα του μία σκοτεινή ιστορία, αυτή των κολασμένων, των «παράνομων», η εξύμνηση της αγάπης μέσα από το «Φιλί» και το μεγαλείο του έργου θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κανείς ως άλλη «Κολυμπήθρα του Σιλωάμ».

Μαρκ Σαγκάλ: Ο ευγενικός «παραμυθάς» της Τέχνης που ενέπνευσε τον «Βιολιστή στη στέγη»

 

Καταγραφή
«Η νύφη» (1950)

«Με μόνη παρέα το Θεό δακρύζω αληθινά μπροστά στους πίνακες μου. Εκεί θα μείνουν οι ρυτίδες μου, η χλωμή μου όψη, εκεί θα τυπωθεί για πάντα η ρευστή ψυχή μου» (Μαρκ Σαγκάλ

Δεν τον είχα ανακαλύψει ή μάλλον τον είχα σε πιο δεύτερη μοίρα, μετά τους Νταλί, Βαν Γκογκ και Λοτρέκ.  Σκαλίζοντας κάτι παλιατζούρες στο γραφείο, έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλιαράκι με καρτ ποστάλ που απεικόνιζαν έργα του. Σκέφτηκα «πώς στο καλό είχα αγοράσει αυτό το πακετάκι;» -πιθανότατα μαζί με κάτι άλλα τέτοια που συνήθιζα να μαζεύω- και άρχισα να το ξεφυλλίζω, διαπιστώνοντας πολλά χρόνια μετά ότι ο καλλιτέχνης αυτός είχε κάτι να μου πει.

Ο Μαρκ Σαγκάλ που καταγόταν από ένα χωριό τέρμα Θεού στην Ανατολική Ευρώπη, έμελλε να είναι ένας από τους πιο αγαπημένους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. Και τελικά, κι ένας από τους δικούς μου αγαπημένους.

Σε κάθε έργο του ζωγραφίζει με την ψυχή ενός παιδιού, με την ευαισθησία ενός καλλιτέχνη, ενός ανθρώπου που θυμάται, ελπίζει, νοσταλγεί, ερωτεύεται, παθιάζεται, αγαπά τη φύση και τη ζωή. Ένας ποιητής που μαγεύεται από τη γήινη μορφή και την μετατρέπει σε παραμύθι με φιγούρες που αιωρούνται.

marc

Γεννημένος και μεγαλωμένος σε μία οικογένεια Χασιδικών Εβραίων διαμόρφωσε την τεχνοτροπία του έχοντας «μαζέψει» εικόνες φολκλόρ και εβραϊκές .

Στα 97 χρόνια της ζωής του, ο Σαγκάλ ταξίδεψε και φιλοτέχνησε τουλάχιστον 10.000 έργα, συμπεριλαμβανομένων και εξωφύλλων περιοδικών, μωσαϊκών, θεατρικών κοστουμιών, σκηνικών, αλλά και βιτρώ. Κέρδισε βραβεία για τα πολύχρωμες σκηνές των εραστών ,τον βιολιστή και τα αστεία ζώα που ίπτανται πάνω από στέγες.

Ως προς τα ρεύματα που εκπροσώπησε ο Σαγκάλ εντάσσεται στους καλλιτέχνες του Κυβισμού, Φωβισμού, Εξπρεσιονισμού, Σουρεαλισμού και Πριμιτιβισμού. Ωστόσο, εκείνος είχε το δικό του βαθιά προσωπικό στιλ. Μέσα από την τέχνη διηγούνταν την ιστορία του.

birth_chagall
«Η γέννηση» (1911-1912)

«Γεννήθηκα νεκρός»

Ο Μαρκ Σαγκάλ γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου 1877 σε μία χασιδική κοινότητα κοντά στο Βιτέμπσκ, στο βορειοανατολικό άκρο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, στη σημερινή Λευκορωσία. Οι γονείς του τον ονόμασαν Μοϊς (Μωυσής), όμως η προφορά του πήρε ένα γαλλικό accent, το χρονικό διάστημα που έζησε στο Παρίσι.

Οι ιστορίες της ζωής του Μαρκ Σαγκάλ συχνά περιγράφονται με έναν δραματικό τόνο. Στην αυτοβιογραφία του «Η ζωή μου» (1921) λέει «γεννήθηκα νεκρός». Οι γονείς του, προκειμένου να ξαναδώσουν ζωή στο άψυχο σώμα του, τον τσιμπούσαν με βελόνες και τον βούτηξαν στο νερό.

Εκείνη τη στιγμή, ξέσπασε μία πυρκαγιά και μετέφεραν τη μητέρα του όπως ήταν με το στρώμα σε ένα άλλο σημείο της πόλης. Ακόμη και η χρονολογία της γέννησής του έχει κάτι το χαώδες. Ο Σαγκάλ ισχυρίζεται ότι γεννήθηκε το 1889 και όχι το 1887 όπως έχει καταγραφεί.

Είτε είναι αλήθεια, είτε αποκυήματα της φαντασίας του, οι συνθήκες της γέννησής του αποτυπώνονται στη ζωγραφική του. Εικόνες με μητέρες και παιδιά ανακατεμένοι με ανάποδα σπίτια, ζώα, ακροβάτες και βιολιστές, αγκαλιασμένους εραστές, φωτιές και θρησκευτικά σύμβολα. Ένα από τα πρώτα έργα του, η «Η γέννηση» (1911-1912) είναι η ιστορία της δικής του γέννησης αποτυπωμένη στον καμβά.

Κι ενώ κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του, ο Σαγκάλ μεγάλωσε ως ο λατρεμένος πρωτότοκος μίας οικογένειας εννέα παιδιών. Ο πατέρας του –«πάντα κουρασμένος, πάντα στοχαστικός» εργαζόταν σε ψαραγορά και φορούσε ρούχα που «φεγγοβολούσε άλμη ρέγγας». Η μητέρα του γέννησε οκτώ παιδιά ενώ εργαζόταν σε μανάβικο. Ζούσαν σε ένα μικρό χωριό, ένα θλιβερό σύμπλεγμα ξύλινων σπιτιών χωμένων στο χιόνι.

over-vitebsk
«Πάνω από το Βιτέμπσκ» (1914)

Στον πίνακά του «Πάνω από το Βιτέμπσκ» (1914), η εβραϊκή παράδοση είναι καταφανής. Η οικογένεια ανήκε σε μία αίρεση που έδιναν αξία στη μουσική και το χορό ως την υψηλότερη μορφή αφοσίωσης, αλλά απαγόρευε τις κατασκευασμένες από ανθρώπινο χέρι εικόνες των δημιουργημάτων του Θεού. Συνεσταλμένος, με ένα τραύλισμα και λιποθυμικές τάσεις, ο νεαρός Σαγκάλ τραγουδούσε και έπαιζε βιολί. Στο σπίτι του μιλούσε εβραϊκά, ενώ πήγε σε εβραϊκό σχολείο.

Η κυβέρνηση της χώρας, ωστόσο, θέσπισε περιορισμούς για τον εβραϊκό πληθυσμό της. Ο Σαγκάλ τότε μεταφέρθηκε σε δημόσιο, ρωσικό γυμνάσιο, μόνο επειδή η μητέρα του πλήρωσε «μίζα» -δεν έχει σύνορα και εποχή όπως αντιλαμβάνεστε. Εκεί έμαθε να μιλά ρωσικά και έγραψε ποιήματα σε μία νέα γλώσσα. Παρατηρώντας τα εξώφυλλα ρωσικών περιοδικών, άρχισε να φαντάζεται τι θα έμοιαζε άπιαστο όνειρο: η ζωή ως καλλιτέχνης.

322241
To έργο του «Ο βιολιστής» (1913) λέγεται ότι ενέπνευσε και το σπουδαίο θεατρικό του Μπρόντγουεϊ «Ο βιολιστής στη στέγη», που μεταφέρθηκε μετέπειτα στον κινηματογράφο

H έμπνευσή του

Η απόφασή του να γίνει ζωγράφος ξάφνιασε την πραγματίστρια μητέρα του, ωστόσο αποφάσισε ότι η τέχνη μπορεί να είναι μία βιώσιμη επιχείρηση, Έτσι τον άφησε να μαθητεύσει δίπλα στον Γεχούντα Πεν, ένας ζωγράφο πορτρέτων που δίδασκε σχέδιο και ζωγραφική σε Εβραίους σπουδαστές στο χωριό.

Την ίδια στιγμή, θεωρούσε ότι η μαθητεία του γιου της δίπλα σε έναν τοπικό φωτογράφο θα τον δίδασκε μία εμπορική πρακτική. Ο ίδιος, ωστόσο, μισούσε αυτή τη δουλειά του ρετούς των φωτογραφιών και ένιωθε καλά μόνο στην αίθουσα τέχνης. Ο δάσκαλός του, Γεχούντα Πεν, δεν ήταν της μοντέρνας προσέγγισης. Όμως, ο επαναστάτης Σαγκάλ χρησιμοποίησε περίεργους χρωματικούς συνδυασμούς, αμφισβητώντας την τεχνική ακρίβεια.

Το 1906 έφυγε από το Βιτέμπσκ για να σπουδάσει τέχνη στην Αγία Πετρούπολη. Αρχικά, σπούδασε στην Imperial Society for the Protection of Fine Arts και στη συνέχεια στο πλευρό του Λέον Μπακστ, ζωγράφο και σκηνογράφο που δίδασκε στη Σχολή .
Οι δάσκαλοί του τού σύστησαν τα λαμπερά χρώματα του Ματίς και των Φωβ. Ο νεαρός καλλιτέχνης, μελέτησε επίσης τα έργα του Ρέμπραντ, καθώς και τους μεγάλους μετα-ιμπρεσιονιστές, όπως ο Βαν Γκογκ και ο Γκωγκέν. Ειδικά, στην Αγία Πετρούπολη ανακάλυψε αυτό που θα επηρέαζε πολύ την καριέρα του: τα θεατρικά σκηνικά και το σχέδιο κοστουμιών.

green_3a7721b1-bfcb-46a1-8cdd-2fa910b8960e
«Ρωμαίος και Ιουλιέτα» (1964)

Ο Maxim Binaver, ένας καλλιτεχνικός χορηγός, ο οποίος υπηρέτησε στη ρωσική βουλή, θαύμασε το έργο του Σαγκάλ. Το 1911 του πρόσφερε χρήματα για να ταξιδέψει στο Παρίσι, όπου οι Εβραίοι ήταν περισσότερο ελεύθεροι.

Αν και νοσταλγούσε την πατρίδα του και δεν μιλούσε καλά γαλλικά, ήταν αποφασισμένος να κάνει το έργο του γνωστό σε όλον τον κόσμο. Υιοθέτησε τη γαλλική προφορά του ονόματός του και εγκαταστάθηκε στη La Ruche, τη διάσημη καλλιτεχνική κοινότητα κοντά στο Μονπαρνάς. Ενώ σπούδαζε στην αβαν-γκαρντ Ακαδημία La Pallette, συνάντησε ποιητές στα πρώιμα χρόνια τους, όπως ο Γκιγιόμ Απολιναίρ, αλλά και μοντερνιστές ζωγράφους, όπως ο Μοντιλιάνι και ο Ντελονέ.

Ο Ρομπέρ Ντελονέ επηρέασε καταφανώς την εξέλιξη του Σαγκάλ. Συνδυάζοντας τις κυβιστικές προσεγγίσεις με την προσωπική του εικονογραφία, ο Σαγκάλ δημιούργησε από τα πιο αξιομνημόνευτα έργα του. Στο περίπου 2 μέτρων έργο του «Εγώ και το χωριό» δουλεύει με γεωμετρικά επίπεδα, θέλοντας να αποδώσει μία ονειρική ανάποδη εικόνα της πατρίδας του. Όπως και στην «Αυτοπροσωπογραφία με τα επτά δάχτυλα» κομματιάζει την ανθρώπινη μορφή (1913) ενσωματώνοντας ρομαντικές σκηνές του Βιτέμπσκ και του Παρισιού.

«Με αυτές τις εικόνες δημιουργώ την πραγματικότητα του εαυτού μου, αναδημιουργώ το σπίτι μου», εξηγούσε ο Σαγκάλ.

Έπειτα από λίγα χρόνια μόνο στο Παρίσι, ο ζωγράφος κέρδισε την αναγνώριση των κριτικών, έτσι ώστε να πραγματοποιήσει εξ ολοκλήρου τη δική του έκθεση στο Βερολίνο, τον Ιούνιο του 1914. Από εκεί, επέστρεψε στη Ρωσία, ξανασμίγοντας με την γυναίκα, που έγινε η σύζυγος και η μούσα του, τη Μπέλα Ρόζενφελντ.

birthday
«Γενέθλια» (1915)

Η μούσα της ζωής του

Στα «Γενέθλια» (1915) ένας όμορφος νέος αιωρείται πάνω από μία νέα γυναίκα. Καθώς προσπαθεί να τη φιλήσει, μοιάζει να αναδύεται από το έδαφος. Αυτή η γυναίκα ήταν η Μπέλα Ρόζενφελντ, η όμορφη και μορφωμένη κόρη ενός ντόπιου κοσμηματοπώλη.
«Είχα πάντα το παράθυρό μου ανοιχτό και μπλε αέρας και λουλούδια έμπαιναν στο δωμάτιο μαζί της», έγραφε ο ζωγράφος.

Το ζευγάρι γνωρίστηκε το 1909, όταν η Μπέλα ήταν μόλις 14 ετών. Ήταν πολύ μικρή για μία σοβαρή σχέση και επιπλέον ο Σαγκάλ ήταν πάμφτωχος. Αρραβωνιάστηκαν, αλλά περίμεναν μέχρι το 1915 για να παντρευτούν, ενώ η κόρη τους, Άιντα, γεννήθηκε έναν χρόνο αργότερα.

Η Μπέλα δεν ήταν η μόνη γυναίκα που αγάπησε και ζωγράφισε ο Σαγκάλ. Όταν ήταν φοιτητής, είχε εντυπωσιαστεί από την Τέα Μπράχμαν, η οποία πόζαρε για το έργο Red Nude Sitting Up” (1909). Εισήγαγε ξανά τις σκούρες γραμμές και τα βαριά επίπεδα του κόκκινου και το ροζ, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά τολμηρό και αισθησιακό πορτρέτο της Τέα. Αντίθετα, τα πορτρέτα της Μπέλα ήταν ανοιχτόχρωμα, περίτεχνα και ρομαντικά.

Marc_Chagall-Red_Nude_Sitting_Up__1908
«Red Nude Sitting Up» (1909)

Για περισσότερα από 30 χρόνια η Μπέλα εμφανίζεται ξανά και ξανά ως σύμβολο των πληθωρικών συναισθημάτων, της δυνατής αγάπης και της γυναικείας αγνότητας. Εκτός από τα «Γενέθλια», η Μπέλα ήταν πρωταγωνίστρια στους πιο διάσημους πίνακες του Σαγκάλ , μεταξύ των οποίων οι “Over the Town” (1913), “The Promenade” (1917), “Lovers in the Lilacs” (1930), “Three Candles” (1938) και το «”The Bridal Pair with the Eiffel Tower” (1939).

Η Μπέλα ήταν, όμως, κάτι παραπάνω από ένα απλό μοντέλο. Αγαπούσε το θέατρο και σχεδίαζε μαζί με τον Σαγκάλ θεατρικά κοστούμια. Προώθησε την καριέρα της διαχειριζόμενη επιχειρηματικές συναλλαγές και μεταφράζοντας την αυτοβιογραφία της. Τα απομνημονεύματά της εξιστορούν το έργο του Σαγκάλ και την κοινή τους ζωή.

Ήταν μόλις 40 κάτι ετών, όταν πέθανε το 1944. «Ντυμένη στα ολόλευκα ή στα ολόμαυρα, πετά πάνω από τα έργα μου, καθοδηγώντας την τέχνη μου», δήλωνε ο ίδιος ο ζωγράφος.

Οι μπολσεβίκοι τον λάτρεψαν, οι Ναζί τον «πυρπόλησαν»

Ο Μαρκ και η Μπέλα Σαγκάλ θέλησαν να εγκατασταθούν στο Παρίσι μετά τον γάμο τους, όμως οι πόλεμοι δεν τους άφησαν. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε φτώχεια, πείνα, ελλείψεις σε καύσιμα και απροσπέλαστους δρόμους, ενώ η Ρωσία φλεγόταν από την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Ο Σαγκάλ καλωσόρισε το νέο καθεστώς της Ρωσίας, καθώς έδωσε υπηκοότητα στους Εβραίους. Οι Μπολσεβίκοι θαύμασαν το έργο του Σαγκάλ και τον διόρισαν Κομισάριο για την Τέχνη στο Βιτέμπσκ, όπου ίδρυσε την Ακαδημία Τεχνών, ενώ σχεδίασε τα σκηνικά για το Νέο Κρατικό Εβραϊκό Θέατρο.

Επίσης, τα έργα του στόλισαν το Χειμερινό Ανάκτορο στο Λένινγκραντ, τη σημερινή Αγία Πετρούπολη.

Όμως αυτή η επιτυχία κράτησε λίγο. Οι επαναστάτες δεν έβλεπαν με καλό μάτι την τεχνοτροπία του του Σαγκάλ και εκείνος δεν είχε ιδέα από αφηρημένη τέχνη και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό που προτιμούσαν εκείνοι. Έτσι, το 1920 παραιτήθηκε και μετακόμισε στη Μόσχα.

Ο λιμός είχε εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα. Ο Σαγκάλ εργαζόταν ως δάσκαλος σε ορφανά του πολέμου, ζωγραφίζοντας για το εβραϊκό θέατρο και τελικά, το 1923 έφυγε για την Ευρώπη με τη Μπέλα και την 6 ετών τότε Άιντα.

Όταν επέστρεψε στο Παρίσι, τη δεκαετία του 1920, το ρεύμα του σουρεαλισμού βρισκόταν σε πλήρη άνθηση. Η παριζιάνικη αβαν γκαρντ εξήρε την ονειρικότητα του έργου του και τον αγκάλιασε ως έναν από τους εκπροσώπους της.

Αν και ολοκλήρωσε πολλούς πίνακες στη Ρωσία, ο ίδιος ένιωθε ότι η Επανάσταση διέκοψε την καριέρα του.

Είκοσι χρόνια αργότερα, το 1937 ξεκίνησε να ζωγράφιζε την «Επανάσταση» η οποία απεικονίζει τη Ρωσία ως παράσταση τσίρκου.

Ο Λένιν κάνει ένα κωμικό νούμερο πάνω σε ένα τραπέζι, ενώ γύρω του παραπαίουν άλλες φιγούρες. Στα αριστερά, πλήθος κυματίζει σημαίες και όπλα, ενώ στα δεξιά παίζουν μουσικοί. Ένα νεόνυμφο ζευγάρι «πετά» στην κάτω δεξιά γωνία. Και ο Σαγκάλ μοιάζει να εξηγεί μέσα από αυτό το έργο ότι η αγάπη και η μουσική μπορεί να επικρατήσει ενάντια στην σκληρότητα του πολέμου.

162506
«Επανάσταση» (1937-1938)

Καθώς ο φασισμός και ο ναζισμός κατακτούσαν την Ευρώπη, ο Σαγκάλ έγινε γνωστός ως ο «περιπλανώμενος Εβραίος» που ταξίδεψε στην Ολλανδία, την Ισπανία, την Πολωνία, την Ιταλία και τις Βρυξέλλες.

Αν και τα έργα του κέρδισαν την αναγνώριση, τον έκαναν ταυτόχρονα και στόχο των Ναζί, Δόθηκε εντολή στα μουσεία να αφαιρέσουν τα έργα του, άλλα κάηκαν, ενώ άλλα εμφανίστηκαν στην έκθεση «φαύλης τέχνης» στο Μόναχο το 1937.

Στην έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πήρε τη γαλλική υπηκοότητα. Η κόρη του, ωστόσο, ενήλικη πλέον, τους ικέτευσε να φύγουν από τη χώρα και τελικά μετανάστευσαν στις ΗΠΑ, το 1941.

Τον περισσότερο καιρό του τον περνούσε στην εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης και ένα χρόνο αργότερα, ταξίδεψε στο Μεξικό, όπου σχεδίασε τα σκηνικά για ένα έργο κλασικού μπαλέτου, ενώ με τη βοήθεια της Μπέλα έφτιαξαν και τα κοστούμια.

Το 1943 έμαθε για την θηριωδία των στρατοπέδων μαζικής εξόντωσης των Εβραίων στην Ευρώπη. Μάλιστα, έλαβε το θλιβερό νέο ότι καταστράφηκε το σπίτι των παιδικών του χρόνων στο Βιτέμπσκ. Η απώλεια επίσης της Μπέλα το 1944, ήταν ένα ακόμη οδυνηρό χτύπημα. Η γυναίκα που λάτρεψε προσβλήθηκε από μόλυνση, η οποία θα μπορούσε να είχε γιατρευτεί, αν δεν υπήρχαν ελλείψεις φαρμάκων, λόγω του πολέμου.

4a9ed79491ae3f31eff6d989c454f3fe
«Μπλε Τοπίο» (1949)

«Όλα βάφτηκαν μαύρα», έγραψε τότε ο Σαγκάλ.

Ο Σαγκάλ έζησε ως τα 97 του. Πέθανε στις 28 Μαρτίου 1985, μέσα σε ένα ασανσέρ, στο Παρίσι. Ο τάφος του έχει θέα τη Μεσόγειο.

Ήταν ο ζωγράφος που ενέπνευσε πολλές σχολές μοντέρνας τέχνης, ενώ παρέμεινε ένας παραστατικός καλλιτέχνης, ο οποίος συνδύαζε αναγνωρίσιμα σκηνικά με εικόνες που έμοιαζαν να βγαίνουν από όνειρα, αλλά και σύμβολα από την ρωσική, εβραϊκή κληρονομιά του.

Για τους νεότερους ζωγράφους είχε μία συμβουλή: Ένας καλλιτέχνης δεν πρέπει να φοβάται να είναι ο εαυτός του, να εκφράζει τον εαυτό του. Εάν είναι απολύτως ειλικρινής, αυτό που λέει και κάνει θα είναι αποδεκτό και από τους άλλους».

“The greatest thing you’ll ever learn…”: Η απίστευτη ιστορία του «Nature Boy»

nature

Από βυζανιάρικο ακόμα αγαπούσα τα τραγούδια που είχαν να πουν κάτι, μία ιστορία. Και ως άλλος music Indiana Jones κυνηγούσα τον Χαμένο Θησαυρό ή τη Χαμένη Κιβωτό πίσω από τους στίχους ή τη μουσική, αλλά κυρίως στους στίχους.

Πριν από μερικά χρόνια, κοντά εικοσαετία (γέρασα, Παναγία μου) βλέποντας το Μουλέν Ρουζ, αυτό με την Κίντμαν και τον Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, άκουσα το «Nature Boy» από τον αείμνηστο τον Ντέιβιντ Μπάουι, μένοντας με το στόμα ανοιχτό, τόσο ερμηνευτικά, όσο και με τους στίχους. Ομολογώ, ότι δεν γνώριζα, 18χρονο τότε ότι το κομμάτι δεν είναι του Μπάουι και ότι δεν γράφτηκε για το σάουντρακ της ταινίας και ότι δεν αναφερόταν στην μποέμ παρέα της Μονμάρτης του Λούρμαν.

Όπως προαναφέρθηκε, ο music Indiana άρχισε να βουτά στα μουσικά κιτάπια και ανακάλυψε την απίστευτη ιστορία του τραγουδιού, που πέρασε λίγο από σαράντα κύματα να το πω; Θα το πω…

Το τραγούδι, λοιπόν, έγραψε ένας εκκεντρικός τύπος που φέρνει στον Χριστό (πιο πολύ στην -μάλλον αδιάφορη- βερσιόν Τζέρεμι Σίστο) αν τον δει κανείς εμφανισιακά – ξέρετε τα ξανθά μακριά μαλλιά, τα μούσια και η περιβολή.

p01bqynd

Αυτός ο τύπος ήταν γεννημένος στο Μπρούκλιν με το όνομα George Alexander Aberle. Όμως εκείνος το άλλαξε σε eden ahbez και συνήθιζε να το γράφει με μικρά, καθότι θεωρούσε ότι τα κεφαλαία είναι μόνο για τον Θεό.

Τον καιρό της σύνθεσης αυτού του γλυκού και συνάμα μυστηριακού τραγουδιού, που δικαιολογεί σαφέστατα τον τίτλο του -παιδί της φύσης-, ζούσε σε δάση και μέχρι τα 30 του είχε περπατήσει σχεδόν όλη την Αμερική, επιβιώνοντας με τρία δολάρια κάθε εβδομάδα και τρώγοντας μόνο λαχανικά. Το 1941 έφτασε σ το Λος Άντζελες, όπου ξεκίνησε να παίζει μουσική σε ένα εστιατόριο ωμοφαγίας, το Eutropheon.

Το Nature Boy αποτελεί μία μίξη αυτοβιογραφικών με πνευματικά στοιχεία. Ο στίχος «strange, enchanted boy» στην αρχή του κομματιού είναι μία σαφής αναφορά στο άτομό του, ενώ η καταληκτική του φράση: «The greatest thing you’ll ever learn, is just to love and be loved in return» είναι ένα ηθικό καθήκον, κατά τον ίδιο.

Ωστόσο, αυτό το «ευγενικό» τραγούδι πέρασε διά πυρός και σιδήρου, καθώς έγινε στόχος διώξεων και φανατισμού.

Ο ahbez ήταν μέλος ενός κινήματος χίπηδων, οι ακόλουθοι του οποίου ήταν γνωστοί ως Nature Boys. Ήταν επηρεασμένοι από τη φιλοσοφία των Naturmensch και Lebensreform που αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη, ωστόσο (το κίνημα) εμφανίστηκε στην Αμερική της δεκαετίας του 1940 και ο ahbez θεωρήθηκε τρελός.

«Δείχνω τρελός, αλλά δεν είμαι. Και το αστείο είναι ότι άλλοι που δεν φαίνονται τρελοί, είναι» είχε πει στο Life magazine το 1948.

Κάποια στιγμή γνώρισε τον μάνατζερ του Νατ Κινγκ Κόουλ, Μορτ Ράμπι. Του έδωσε τυλιγμένο σε ρολό το χειρόγραφο με το τραγούδι με σκοπό να φτάσει στον Κόουλ.

Κάτι που τελικά έγινε, αλλά τα πράγματα δεν φάνηκε να πήγαν, όπως θα ήθελε. Ο Κόουλ δεν ήταν και πολύ θετικός στο να το συμπεριλάβει στο ρεπερτόριό του, καθώς θύμιζε γνωστή εβραϊκή μελωδία στην παρτιτούρα.

Παρόλα αυτά το ερμήνευσε μερικές φορές, ωστόσο για να το ηχογραφήσει χρειαζόταν η άδεια του ahbez για να κατοχυρωθεί η πνευματική ιδιοκτησία. Έτσι ξεκίνησε μία αναζήτηση για τον εντοπισμό του Αχμπεζ, τον οποίο βρήκαν να έχει κατασκηνώσει κάτω από το ένα «L» της γνωστής πινακίδας Hollywood που όλοι ξέρουμε πάνω στο βουναλάκι.

Τον Αύγουστο του 1947 ο Κόουλ ηχογράφησε το «Nature Boy» σε συνεργασία με την Capitol. Αρχικά η εταιρεία το είχε κυκλοφορήσει στη b-side, σαν δευτερεύον δηλαδή τραγούδι και το είχε λίγο στην απέξω. Όταν όμως η Αμερικανική Ομοσπονδία Μουσικών ξεκίνησε μια μακρά διαμάχη απαγορεύοντας τις ορχηστρικές ηχογραφήσεις, ξαναβγήκε στο προσκήνιο αφού οι εταιρείες εξαναγκάστηκαν να δουλέψουν πάνω σε κομμάτια που είχαν ήδη στο «τσουβάλι».

Συνεπώς, η «παρατημένη» βερσιόν του Nature Boy του Κόουλ πήρε τη ρεβάνς τον Μάρτιο του 1948, σαρώνοντας τις πωλήσεις, που ξεπέρασαν το 1 εκατομμύριο και απογείωσαν τη σόλο καριέρα της μεγάλης φωνής της τζαζ.

Το τραγούδι, ατύπως, έκανε διασημότητα και τον Άχμπεζ. Σε μία συνέντευξή του το 1948 στη ραδιοφωνική εκπομπή «We the People» στο Σικάγο είχε τονίσει χαρακτηριστικά: Γεννήθηκα με μία λατρεία για τη φύση και γεννήθηκα με την επιθυμία να γνωρίσω τον Θεό»

Οι μπελάδες όμως για το «Αγόρι» δεν σταμάτησαν εκεί. Ο συνθέτης Χέρμαν Γιαμπολόκοφ κατηγόρησε τον Άχμπεζ για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, λόγω της ομοιότητας της μελωδίας με το «Shvayg Mayn Harts» (“Be Still My Heart”). Παρά το γεγονός ότι ο Άχμπεζ ισχυρίστηκε ότι η μελωδία του ήρθε όταν ζούσε στα βουνά της Καλιφόρνια, η υπόθεση πήρε τη δικαστική οδό.

Την ίδια στιγμή ο Κόουλ έπρεπε να φορά λευκό μακιγιάζ, ώστε να ερμηνεύει το τραγούδι σε τηλεοπτικές εμφανίσεις, ενώ έξω από το καινούριο σπίτι του στη γειτονιά των λευκών του Λος Άντζελες έστηναν σταυρούς που καίγονταν.

Όμως, η εκδοχή αυτή του Nature Boy ήταν μία γέφυρα για τη ρατσιστικά διχασμένη Αμερική, κάτι που αναγνωρίστηκε με μεταγενέστερες εκτελέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της ορχηστρικής στο άλμπουμ – αφιέρωμα του Μάρβιν Γκέι στον Νατ Κινγκ Κόουλ (1965) αλλά και την σόουλ εκδοχή στον δίσκο Flight του Τζορτζ Μπένσον, το 1977.

Άλλοι πάλι επέλεξαν το Nature Boy για την εμπορικότητά του. Ο Φρανκ Σινάτρα έκανε μία επιτυχία συνοδεία χορωδίας, ο Μπόμπι Ντάριν σκαρφάλωσε με αυτό στα τσαρτς το 1961, ενώ η βρετανική funk μπάντα Central Line έπιασε κορυφή στο Top of the Pops του BBC το 1983.

Στις πιο σύγχρονες εκδοχές του οι δύο απογειωτικές ερμηνείες του Ντέιβιντ Μπάουι στο soundtrack της ταινίας του Μπαζ Λούρμαν «Moulin Rouge» (2001), μία σόλο και μία με τους Massive Attack κέρδισαν την καρδιά των τελευταίων τον Μποέμ και όχι μόνο που λάτρεψαν την ταινία και το «παράξενο, περιπλανώμενο αγόρι που διδάσκει ότι το πιο σπουδαίο πράγμα είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι».

ΥΓ. Αφιερωμένο… σε αυτά τα μυστήρια, πλάσματα, που εμφανίζονται μία μαγική ημέρα στο δρόμο σου και μιλώντας για τρελούς και βασιλιάδες, φτάνεις στην ουσία του τελευταίου δίστιχου

Χίλιες φορές το ίδιο μακό…

header_vkpyc2

Σίγουρα θυμάστε εκείνο το παλιό τραγούδι που οι στίχοι του στο ρεφρέν έλεγαν «για κανέναν δεν σηκώνω τώρα πια το ακουστικό»;  («Με το ίδιο μακό» λέγεται, μην μας περάσουν και για ανίδεους) Ε, αυτό το τραγουδάκι, κάπου 27 χρόνια μετά έχει πρακτική εφαρμογή.

Θα αναρωτηθεί κανείς, πού και πώς βρίσκει εφαρμογή… Και βασική εφαρμογή βρίσκει στο πολύπαθο, διαπροσωπικό μας περιβάλλον.

Ο κόσμος τριγύρω έχει σαλτάρει πολύπλευρα. Άλλοι κλείνονται στα καβούκια τους, άλλοι βολεύονται στη σιγουριά τους κι ας είναι διπλά εγκλωβισμένοι σε καταστάσεις που είναι τόσο «εμφανισιακά», όσο και ουσιαστικά αδιέξοδες, άλλοι είναι ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κ@@@ος μας και γενικότερα η  έννοια του φυσιολογικού ανθρώπου, ανεξαρτήτως φύλου, είναι είδος υπό εξαφάνιση.

Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς βασιλεύει η βλακεία (ανίκητη, ανίκητη), το αδιέξοδο, το εφήμερο, το ψυχαναγκαστικό, η ανασφάλεια («έλα μωρέ πού να μπλέκω τώρα», «ωχ τώρα πάλι τα ίδια;» «Και πού να αρχίζω από την αρχή;» και άλλα τέτοια μοσχομυρωδάτα).  Το παρόν ισχύει σε πολλές εκφάνσεις της ζωής, πόσο μάλλον στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, είτε φιλικές, είτε από τις άλλες που μας κάνουν το βίο αβίωτο, με την καλή και την κακή -ενίοτε- έννοια.

Φυσικά, όλο αυτό που περιγράφω εξαρτάται και από τα κριτήρια του καθενός στο τι θεωρεί φυσιολογικό. Κάτι που για τον έναν είναι νορμάλ, για τον άλλον μπορεί να είναι καθ’ όλα απορριπτέο.

Ωστόσο, υπάρχουν κάποια στανταράκια που, ε, όπως και να ‘χει, τα λαμβάνεις υπόψη ως έναν γενικό κανόνα για να ξεκινήσεις από κάπου. Δεν μπορεί, πχ, να θεωρηθεί φυσιολογικός ένας που κυκλοφορεί στο Σύνταγμα, φορώντας το βρακί του στο κεφάλι. Αναμφιβόλως, κάπου έχει λασκάρει η βίδα. Αυτό, βεβαίως, είναι ένα κραυγαλέο παράδειγμα, αλλά πολλά έχουν δει τα μάτια μας, οπότε ποτέ μη λες ποτέ.

Η μεγαλύτερη μ#@$^&*, πάντως, είναι να έχεις εντοπίσει αυτό που λέμε ότι έχει το πακετάκι -όπως προαναφέρθηκε με τα προσωπικά κριτήρια του καθενός και στο πλαίσιο μίας άλφα κανονικότητας- και σου ταιριάζει γάντι. Όμως, έχεις να λογαριάσεις με έναν τρισμέγιστο καραγκιοζάκο: το timing. Ναι, φίλοι μου, αυτός ο άτιμος τζαναμπέτης που τα κάνει όλα ρόιδο.

Και τον λέω τζαναμπέτη και καραγκιοζάκο, γιατί ως επί το πλείστον είναι… λάθος! Σε συνδυασμό και με τις άλλες τιτανοτεράστιες επιλογές που περιγράφηκαν παραπάνω, «κλάφτα Χαράλαμπε». Φτάνεις στο σημείο να προτιμάς να μείνεις μονάχος στο παρόν σου και να μην σηκώσεις για κανέναν το ακουστικό… Δεν λέει. Κι αν είναι να σκάσεις στα γέλια από την περίσσεια χαζομάρα του διπλανού σου, κάτι πάει κι έρχεται, αν φας φόλα… Μη σου τύχει.

Οπότε καλύτερα φόρα το ίδιο μακό και περιπάτει…

Μια και το μολογήσαμε ας θυμηθούμε και το τραγουδάκι!

 

Ξημέρωμα 23ης Απριλίου… τότε

1

Είχε ξημερώσει 23 Απριλίου. Φαινομενικά μία μέρα ηλιόλουστη, καθώς ήδη είχε αρχίσει να πιάνει ζέστη. Άντε να είχε λίγο παραπάνω αεράκι για να θυμίζει ότι δεν είχε περάσει η άνοιξη.

Στις 7.30 το πρωί είχε ακόμη ψύχρα κι ένα ζακετάκι ήταν ό,τι έπρεπε για να νιώθεις καλά. Όσο να πεις, ένα τρέμουλο υπήρχε, κακά τα ψέματα.

Ένα πρωινό που δεν έμοιαζε με όλα τα υπόλοιπα, το πλέον βέβαιο.  Ήταν το πρωινό της  περισυλλογής του μονομάχου, λίγο πριν βγει στην αρένα να αντιμετωπίσει τον αντίπαλό του.  Η ώρα της προετοιμασίας, της αυτοσυγκέντρωσης, της προσευχής ενίοτε, καθώς ένας μονομάχος γνωρίζει ότι ανά πάσα στιγμή ο αντίπαλός του μπορεί να τον νικήσει, μπήγοντάς του το σπαθί κατάστηθα. Όμως, η βασική αρχή του καλού πολεμιστή είναι να μην λιγοψυχεί.

Ήταν το πρωινό της απόλυτης μοναξιάς και συνάμα της απόλυτης δύναμης. Ο χώρος ψυχρός και άχρωμος. Μόνο ένα ρολόι υπήρχε να προδίδει τη ζωή, καθώς κινούνταν ο δείκτης του δευτερολέπτου. Μετά από λίγο χάθηκε κι αυτός. Έπεσε σκοτάδι και ησυχία, σαν να σταμάτησε ο χρόνος.

Δεν είχε σταματήσει, όμως,  Το ρολόι εμφανίστηκε ξανά στον τοίχο και ο δείκτης κινούνταν ξανά από δεξιά προς τα αριστερά στο γνωστό τέμπο. Τακ… τακ… τακ… Είχε περάσει μισή ώρα με σαράντα λεπτά.

Ο χώρος δεν ήταν ο ίδιος. Και προ παντός όχι άδειος. Υπήρχαν παντού πρόσωπα, πολλά και διάφορα. Πρόσωπα μουδιασμένα, άλλα χαμογελαστά, άλλα με αποτυπωμένη την αγωνία πάνω τους και άλλα με τη θλίψη. Κοιτάς γύρω γύρω και προσπαθείς να καταλάβεις ποιο από αυτά είναι το δικό σου, σε ποιους ανήκεις.

Η θολούρα της μάχης κάνει το μυαλό να δυσκολευτεί για λίγο. Σίγουρα ανήκεις στους μουδιασμένους μέχρι να ξεκαθαρίσει η εικόνα μπροστά σου. Ίσως να χρειάστηκε και λίγη βοήθεια. Όχι πολύ, δυο – τρεις κουβέντες.

Εν τέλει, είναι ακόμη πρωί 23ης Απριλίου, έχει ήλιο κι αεράκι. Ανήκεις στους χαμογελαστούς…